«Χιόνια στο καμπαναριό εγεννήθη ο Χριστός μας» τραγουδούσε η χορωδία, που της θύμισε την παιδική της επιθυμία να ξυπνήσει τη μέρα των Χριστουγέννων, βρίσκοντας χιονισμένη την αυλή του σπιτιού και την πόλη. Μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως μόνο σε μια πολιτεία του Βορρά θα μπορούσε να προσμένει ένα τέτοιο θαύμα, αφού τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά ξημερώνουν συνήθως με ηλιοφάνεια και φως λαμπρό κάνοντας τα μανταρίνια και τα κιτρόμηλα ν’ αστράφτουν σαν λαμπεροί ήλιοι στα λεμονόδεντρα. «Ας μας βρέξει τουλάχιστον» η ευχή όλων.
Στο αγαπημένο χωριό των παππούδων περνούσαμε παραμυθένιες μέρες όταν ανεβαίναμε για τις γιορτές, διασχίζοντας χαράδρες και γκρεμούς, μέχρι να πιάσουμε την τελευταία στροφή του φιδίσιου δρόμου και να ξεπροβάλουν μπροστά μας τα λευκά σπιτάκια με τα πορτοπαράθυρα σε χρώμα λουλακί όπως του ουρανού. Κάπνιζαν οι καμινάδες και όλο το χωριό μύριζε πυρωμένο ξύλο, ασβέστη, μιτσικόρυδα και κουλούρια που ψήνονταν στους φούρνους. Έφτανε ως πάνω στον λόφο, στο σπίτι των παππούδων, ο αχός από κουβέντες, γέλια, τραγούδια από το ραδιόφωνο ενώ οι ψαλμωδίες από την εκκλησία έσμιγαν με τα βελάσματα και τα κουδούνια των αιγοπροβάτων. Το βράδυ ο ήλιος έγερνε πίσω από το σπίτι στον λόφο ενώ τα παιδιά στις αγκάλες της μητέρας και των γιαγιάδων δίπλα στην τσιμινιά για ν’ ακούσουν παραμύθια και το «καληνύχτα τζαι καλήν αύριον». Ανοίγοντας τα μάτια τους, το «αύριο» είχε ήδη γίνει «σήμερα» με τα κοκορίκο και τα γκαρίσματα των γαϊδουριών για πρώτη καλημέρα.
Έφυγαν τα χρόνια και μαζί οι παππούδες και οι άνθρωποι που ζωντάνευαν το χωριό ενώ τα άδεια σπίτια τους μαραζώνουν μες στην εγκατάλειψη. Ο πατέρας άρχισε κάποια στιγμή αναπαλαίωση του σπιτιού και με την αποπεράτωσή της, το επισκεπτόμασταν η οικογένεια με τα νέα μέλη της, απολαμβάνοντας κυρίως τις θερινές νύχτες κάτω από τ’ αστέρια. Στο χωριό οι άνθρωποί του κρατούν μέχρι σήμερα τον άγραφο νόμο της φιλοξενίας. Οι λιγοστοί πια θαμώνες του καφενέ δεν διανοούνται ν’ αφήσουν ξένο ή απόδημο συγχωριανό να πληρώσει τον καφέ του ενώ οι νοικοκυρές μας προσκαλούν σπίτι τους για να τρατάρουν γλυκό του κουταλιού. Ένα φαινόμενο όμως που χρήζει κοινωνιολογικής έρευνας είναι το γεγονός πως ουδέποτε δεχτήκαμε πρόσκληση στα γιορτινά οικογενειακά τραπέζια τους, λες και μόνο συγγενείς πρώτου βαθμού, παιδιά και εγγόνια συμπεριλαμβάνονται στο σόι, που κλείνεται το καθένα στην αυλή του, ενώ περνούσαμε πιο μοναχικές γιορτές απ’ ότι αν είχαμε μείνει στην πόλη.
Μέχρι που μπήκε στη ζωή μας η κυρία Γιαννούλα που μας καλούσε και υποδεχόταν με θέρμη και ανοιχτή αγκαλιά παρόλο που δεν μας ένωνε κάποια συγγένεια εξ αίματος με την οικογένειά της και από τότε περνούσαμε πολλές γιορτάρες μέρες στο γειτονικό Κοιλάνι. Το σπίτι τους συστεγαζόταν με το οικογενειακό οινοποιείο «Αγία Μαύρη», το οποίο ξεκίνησαν το 1983 με τον γιατρό σύζυγό της τον Δρα Γιαννάκη Ιωαννίδη, με πάθος και μεράκι, χωρίς να έχουν αξιώσεις ή να φανταστούν ποτέ πως τα κρασιά τους θα κέρδιζαν με τα χρόνια πανελλήνια και διεθνή βραβεία.
Όταν ακόμη ο γιατρός εργαζόταν, πηγαινοέρχονταν τα Σαββατοκύριακα, μα βγαίνοντας σε σύνταξη εγκαταστάθηκαν σχεδόν μόνιμα εκεί, στη δροσιά του πετρόχτιστου οικήματος κάτω από τα πλατάνια και τα αμπέλια τριγύρω. Μας καλωσόριζαν με το δροσερό γλυκό Μοσχάτο, ενώ τη σούβλα, τα κουπέπια, τους ανθούς, τη μακαρονάδα και τα κόκκινα αυγά της Ανάστασης, συνόδευαν το «Άξιον Εστί» και οι «Θύμησες». Στον χώρο αυτό γιόρτασε μέσω των χρόνων η οικογένεια Ιωαννίδη γενέθλια, βαφτίσεις εγγονιών, τσουγκρίζοντας ποτήρια και ανταλλάσσοντας ευχές. Ο επίσης αεικίνητος και εργατικός γιατρός είχε ως φιλοσοφία του «Να εργάζεσαι σαν να πρόκειται να ζήσεις αιώνια και να διασκεδάζεις σαν να πρόκειται να πεθάνεις αύριο».
Η κυρία Γιαννούλα ήταν σαν την κυρά των αμπελιών του Γιάννη Ρίτσου, δηλαδή η προσωποποίηση της Πατρίδας και της Μητέρας. Πάντα χαμογελαστή, πλημμύριζε αγάπη, ευγένεια, καλοσύνη και αστείρευτη θετική ενέργεια, ήταν ένα σταθερό σημείο, όπως η κάθε μητέρα που κρατά τις ισορροπίες στο σπίτι και με απλές χειρονομίες έχει τη δύναμη να κάνει τον ήλιο να ανατέλλει και να δύει στην ώρα του και τη γη να γυρίζει, τις εποχές να διαδέχονται η μια την άλλη με τις γιορτές, τις ιεροτελεστίες τους και τις χαρές τους. Ο γιατρός, η κυρία Γιαννούλα και τα παιδιά τους έγιναν οι συγγενείς με τους οποίους μοιραστήκαμε τόσες χαρμόσυνες μέρες γι’ αυτό και τους σκεφτόμαστε πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνη.
dena.toumazi@gmail.com