Τόσα κάλυπτε η χούφτα του. Δώδεκα λευκά κλειδιά του πιάνου. Τόσο μεγάλα ήταν τα δάχτυλα του Ραχμάνινοφ. Σε σημείο που, μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες προσπαθούν να εξακριβώσουν αν έπασχε από κάποια ασθένεια. Αραχνοδακτυλία, γιγαντισμό, σύνδρομο μαρφάν, όλα μπήκαν κάτω από το ιατρικό μικροσκόπιο, χωρίς όμως κάποιο ασφαλές συμπέρασμα αφού δεν παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά συμπτώματα των προαναφερομένων.

Η ασφαλέστερη διάγνωση; Απλά είχε μεγάλα χέρια. Κάτι που ο κορυφαίος Ρώσος συνθέτης και βιρτουόζος του πιάνου κατάφερε να εκμεταλλευτεί υπέρ του, γράφοντας κομμάτια τέτοιου βαθμού δυσκολίας που, μέχρι και σήμερα ίσως μόνο αυτός μπορούσε να εκτελέσει στην εντέλεια. Όπως το καθηλωτικό δεύτερο κονσέρτο για πιάνο – για μένα ένα από τα καλύτερα κομμάτια στην ιστορία της κλασικής μουσικής – με την ιλιγγιώδη ταχύτητά του, το πάθος και τον ρομαντισμό του.

Πρωτοπόρος και ανατρεπτικός, ο Ραχμάνινοφ ήταν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του και έφτανε τον πήχη στα ακροδάχτυλά του. Τον θυμήθηκα προχθές όταν πέρασε από μπροστά μου ένα ξένο άρθρο για το μυστήριο του μεγέθους των χεριών του. Κι από το ένα κλικ στο άλλο έφτασα στις παρυφές ενός απλού κατά τα άλλα ανθρώπου, με σάρκα και οστά, που απαντούσε στις προσδοκίες των θαυμαστών του με αριστουργήματα.

Εκτός από την προσωπική ενδοσκόπηση, που αναπόφευκτα σου δημιουργείται από το πορτρέτο του, συνειδητοποιείς πως και στο συλλογικό μας επίπεδο, η μετριότητα είναι βασιλιάς. Δεν ξέρω αν είναι μεσογειακό σύμπτωμα ή απλά είμαστε εμείς έτσι, ένα μικρομάγαζο – κι αυτό μισό – με τα παρελκόμενά του, το σίγουρο είναι πως δεν φτάνουμε ως εκεί που θα μπορούσαμε να απλώσουμε τα δάχτυλά μας, συνηθίσαμε να ακουμπάμε τους αγκώνες και να αγναντεύουμε το τίποτα, επαναπαυόμενοι στις συγκυρίες, στους έξωθεν σωτήρες, στις ευκαιριακές συμφωνίες, στους από μηχανής θεούς και στο πάλαι ποτέ προσφιλές «παραποττιλίκι», όλα πασπαλισμένα με την πλαστική χρυσόσκονη του «κρύψε να περάσουμε».

Γι’ αυτό Πρόεδρε ο κόσμος ένιωσε απογοήτευση. Όχι γιατί είσαι ένα διεφθαρμένο τέρας που διψούσε για εξουσία και πλουτισμό και ο μόνος τρόπος να ελέγξεις το παιχνίδι ήταν να σκαρφαλώσεις στην κορυφή. Γιατί νόμισε το υγιές κομμάτι των ψηφοφόρων σου και όχι μόνο – όσοι δεν βουτήξαμε ποτέ το δάχτυλο στο μέλι επειδή δεν είναι στο DNA μας – πως ήρθε η αρχή του τέλους για τη σαπίλα, την αρπακόλλα και το αλισβερίσι. Κι όταν τους πρόδωσε το σενάριο, τους έπιασε δικαιολογημένα το μαράζι.

Διαβεβαίωνες ότι «τα χέρια σου μπορούσαν να καλύψουν δώδεκα λευκά κλειδιά». Σαν μην το έλεγες. Ωιμέ, τώρα σου έφταιξαν οι καλλίφωνες σειρήνες. Και περίπου ένα χρόνο μετά, γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας πως το κομματικό παζάρι θα βασιλεύει για να προστατεύει πρώτα τον εαυτό του, να καλύπτει το τομάρι του και μετά όλα τ’ άλλα. Πως θα διορίζει υπουργούς, συμβούλους και παρατρεχάμενους. Πως η παράγκα θα συνεχίσει να σκεπάζει το ποδόσφαιρό μας. Πώς το γλείψιμο έχει παραπάνω αξία από τον μόχθο. Πως το περιβάλλον εν για κάτι γραφικούς που θέλουν να κόψουν τη φόρα της ανάπτυξης. Πως η παιδεία θα παραμείνει έρμαιο στα γρανάζια των συντεχνιών που μόλις ακούσουν αλλαγή βγάζουν φλύκταινες. Πως, είμαστε διάσημοι ανά το παγκόσμιο για το ξέπλυμα. Πως δεν έμειναν πολλά για τα οποία να νιώσουμε περήφανοι. Πέρασε κι αυτό το τρένο. Χωρίς αυτά να διαγράφουν όσα έγιναν και γίνονται.

Πριν τις συναυλίες του, τα παπούτσια του Ραχμάνινοφ τα κούμπωνε (ήταν με κουμπιά) η σύζυγός του, μην τσακίσει κανένα νύχι και δεν αποδώσει 100%. Τόσο απεχθανόταν τη μετριότητα και τον συμβιβασμό. Τόσο ψηλά έβαζε τον πήχη. Ώστε οι επόμενοι να περνάνε από κάτω.