Λένε πως η ζωή γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Το επιβεβαιώνει και η επιστήμη. Σημασία έχει οι άνθρωποι που βλέπουν μικρότερο ορίζοντα μπροστά τους, να στηρίζονται από τις αναμνήσεις αλλά και από το “εδώ είμαι” των ανθρώπων που λατρεύουν. Αυτό το “εδώ είμαι” δεν πρέπει ποτέ να το αφήσουμε να γίνει τυπική συνήθεια ή υποχρέωση. Θα ρθει η μέρα που θα το πούμε και εμείς, και δεν θέλουμε να μην αποκριθεί κανένας σ’ αυτό.
Αραιά και πού – σας το έχω ξαναγράψει νομίζω – επισκέπτομαι μερικούς ανθρώπους σε ένα γηροκομείο της Αθήνας, για να τους διαβάζω μερικά βιβλία που μου υποδεικνύουν, γιατί η όρασή τους δεν τους βοηθά πλέον. Σε αυτούς ανήκε η πρωτοβουλία. Με άκουσαν κάποτε από έναν ραδιοφωνικό σταθμό, βραδινές ώρες, να διαβάζω αποσπάσματα από βιβλία που ξεχώριζα. Μου τηλεφώνησαν και με παρακάλεσαν έστω μια φορά την εβδομάδα να κάνω το ίδιο, στον δικό τους χώρο εκεί, με βιβλία που επέλεγαν εκείνοι.
Ήταν από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής μου, εκείνα τα απογεύματα ανάγνωσης που πέρασα με τον την κ. Αντιγόνη και τον κ. Μίλτο – συνταξιούχοι φιλόλογοι και οι δύο, που παραχώρησαν το μικρό διαμέρισμά τους στο ένα τους παιδί τον καιρό της οικονομικής κρίσης, και μετακόμισαν στο γηροκομείο.
Τις λίγες φορές που κτυπούσε το τηλέφωνό τους όταν ήμουν εκεί, το «εδώ είμαι» παιδί μου, το άκουσα άπειρες φορές. Δεν ήταν στίγμα απελπισίας. Ούτε και παράπονο που είχε μέρες να δεχτούν μια επίσκεψη. Ήταν απλώς μια απλή και μεγαλειώδης διαβεβαίωση ζωής!, Που την ακούω, ακόμα και τώρα που δεν ζουν πια. «Εδώ είμαστε»…
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που τους πάτησε κάτω η ιστορία, η ζωή. Αυτός που θέλει να βοηθήσει, θα βρει τον τρόπο. Αυτός που δεν θέλει, θα βρει τον λόγο.
Πεντακόσια χιλιόμετρα, ο παππούς κι η γιαγιά μου, πάνω σε ξένα κάρα, με τα πόδια, φορτωμένοι το βιος τους. Η Ελλάδα τους άνοιξε την πόρτα, μα οι περισσότεροι Έλληνες έκλεισαν τις καρδιές τους. Τουρκόσποροι, Ογλούδες. Δεν είχαν, άλλωστε, ούτε το βαφτιστικό τους σταυρουδάκι – το ‘χαν πουλήσει για τρόφιμα και μπατανίες. Ντρέπονταν να παν στην εκκλησία ξυπόλητοι. Ο Θεός ήταν ασήκωτος, πού να τον κουβαλήσεις. Το θρήσκευμα ξεθωριάζει και σβήνει στην παράγκα, γύρω απ’ τον τενεκέ, όπου βράζουν δυο χούφτες τραχανάς για έξι νοματαίους.
Ο κατατρεγμένος – πρόσφυγας, μετανάστης, άστεγος – έχει χρώμα και φυλή και πίστη, και συγχρόνως δεν έχει τίποτε απολύτως: μόνο την ανθρώπινη ανάγκη, τον πόνο και την κούραση, τη λαχτάρα να φάει και να ξαποστάσει. Να ξεχάσει, όσο κρατά η μικρότερη καλοσύνη, όσα έχασε και δεν θα ξαναβρεί.
Αυτός που δεν θέλει να βοηθήσει δεν είναι κακός άνθρωπος – απλώς, η ταύτιση, η ιδέα του πόσο εύκολα οι συγκυρίες θα μπορούσαν να τον φέρουνε στην τραγωδία του δρόμου, τον φοβίζει, τον απωθεί.
Αυτός που θέλει να βοηθήσει, δεν θα δει το χρώμα, δε θα ακούσει τη γλώσσα, ή την επίκληση στον ξένο Θεό. Θα ξορκίσει το κακό με το καλό που διαθέτει, μ’ ό,τι του περισσεύει, γιατί κι αυτός ξέρει πως τίποτα σ’ αυτή τη ζωή δεν είναι σίγουρο, χαραγμένο σε πέτρα.
Όλοι κρεμόμαστε απ’ τη μοίρα μας. Σκέψου, λοιπόν, τι φοβερό πράγμα είναι ν’ αλλάξεις, έστω και λίγο, τη βαριά μοίρα του άλλου, να τη σηκώσεις για μια στιγμή μαζί του.
Ο κόσμος δεν αλλάζει μόνο με τους βρυχηθμούς των πολέμων – αλλά και με μικρές ανάσες.
– Κείμενο στο Facebook τον Μάρτιο του 2022, του Αύγουστου Κορτώ, ενός συγγραφέα που θαυμάζω κι εκτιμώ αφάνταστα. Είναι ένα από τα πολλά κείμενα-διαμάντια, που φυλώ στο «Ηλεκτρονικό Σεντούκι» μου που, όποτε το ανοίγω για να βάλω ένα άλλο κείμενο μέσα, πέφτει η ματιά μου στα ήδη υπάρχοντα και τα ξαναδιαβάζω…
(*) … άκου την!
Φωτογραφία της σπουδαίας Margaret Bourke-White, που απεικονίζει μια μητέρα την εποχή της Μεγάλης Κατάθλιψης.