Ήταν που ήταν εξαρχής προκλητικό το περιβόητο θέμα των πολλαπλών συντάξεων, ήρθε τώρα και η αποκάλυψη του Οδυσσέα Μιχαηλίδη ότι εντοπίστηκαν τουλάχιστον 25 άτομα τα οποία βρίσκονται σε θέσεις πολιτειακών αξιωμάτων και εισπράττουν μισθό, ενώ παράλληλα, παίρνουν παρανόμως και σύνταξη και μετέτρεψε το ζήτημα σε ανυπόφορο. Κι αυτό, επειδή αποδεικνύεται πως από το 2014, μια γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας η οποία βασίστηκε σε μια δικαστική απόφαση, μπέρδεψε τα πράγματα. Με αποτέλεσμα έκτοτε έως και σήμερα το κράτος να χάνει τεράστια ποσά τα οποία πληρώνει σε συντάξεις.

Το θέμα ανέδειξε πλήρως εμπεριστατωμένα ο Γενικός Ελεγκτής και πλέον, έχει περάσει στα χέρια του Γενικού Εισαγγελέα. Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης έθεσε το θέμα με επιστολή του προς το Γενικό Λογιστήριο, καλώντας τον Γενικό Λογιστή να σταματήσει πάραυτα να πληρώνει τις παράνομες συντάξεις. Ήταν, ωστόσο, αναμενόμενη η εξέλιξη ο τελευταίος να αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα και να ζητήσει γνωμάτευση επί των όσων αναφέρει με εξαιρετικά αναλυτικό τρόπο ο Ελεγκτής.

Προτού εστιάσουμε στον Γενικό Εισαγγελέα, αξίζει να εξηγήσουμε ακροθιγώς, πώς αποκαλύπτει την παράνομη καταβολή σύνταξης σε κρατικούς αξιωματούχους ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Καταρχάς, αναφέρει λεπτομερώς, τι προβλέπουν τέσσερις διαφορετικοί νόμοι (Ν. 49/1980, Ν. 97(Ι)/1997, Ν. 195/1987, Ν. 196/1987) και πώς ξεκάθαρα προβλέπουν ότι η σύνταξη αξιωματούχων (Πρόεδρος Δημοκρατίας, Πρόεδρος Βουλής, Υπουργοί, Υφυπουργοί, Βουλευτές) αναστέλλεται αν αναλάβουν οιονδήποτε έτερον λειτούργημα ή αξίωμα. Παράλληλα, επεξηγεί, διαλύοντας και την παραμικρή αμφιβολία, γιατί οι εν λόγω νόμοι είναι καθόλα συνταγματικοί.

Ακολούθως, αναφέρεται στην υπόθεση Κουτσελίνη, η οποία κερδήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο και ήταν η αφορμή για να ακολουθήσει παρανόηση και λανθασμένη γνωμάτευση. Κι αυτό γιατί, η ορθή απόφαση στην υπόθεση Κουτσελίνη αφορούσε ενδεχόμενη απόπειρα κατάργησης ή μείωσης του κεκτημένου της σύνταξης με ψήφιση νέου νόμου μετά που οι επηρεασθέντες είχαν βρεθεί σε δημόσια θέση. Τούτο παραβίαζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα το οποίο ο επηρεαζόμενος γνώριζε εξαρχής όταν διοριζόταν σε δημόσια θέση.

Στην περίπτωση, όμως, των υπό συζήτηση συνταξιούχων οι οποίοι υπηρετούν σήμερα σε πολιτειακά αξιώματα, δεν ισχύει η προαναφερθείσα απόφαση. Για τον απλούστατο λόγο, πως όταν είχαν αναλάβει δημόσια θέση, βρίσκονταν ήδη σε ισχύ οι τέσσερις πλήρως συνταγματικοί νόμοι, που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου, ανέλαβαν καθήκοντα γνωρίζοντας ότι οι νόμοι προέβλεπαν αναστολή σύνταξης στο ενδεχόμενο που θα αναλάμβαναν άλλο αξίωμα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν επλήγετο οποιοδήποτε κεκτημένο τους.

Ανάμεσα στις 25 περιπτώσεις τις οποίες έχει εντοπίσει η Ελεγκτική Υπηρεσία, περιλαμβάνονται και δύο καραμπινάτες με κορυφαίους αξιωματούχους. Πρώτον, εκείνη του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού και δεύτερον, του προέδρου της ΔΗΠΑ και βουλευτή Μάριου Καρογιάν.

Ο πρώτος ελάμβανε σύνταξη από τα 60 του χρόνια στη βάση του άλλου άκρως προκλητικότατου νόμου και τώρα λαμβάνει μαζί με τη σύνταξη και τον παχυλό μισθό του υπουργού. Ο δεύτερος λαμβάνει τη σύνταξη Προέδρου της Βουλής από τα 60 του στη βάση του ίδιου νόμου που ψήφισαν οι βουλευτές για τον εαυτό τους και τους υπουργούς και λαμβάνει τώρα και τον παχυλό μισθό του βουλευτή.

Η μπάλα πλέον βρίσκεται στα πόδια του Γενικού Εισαγγελέα. Ο Γιώργος Σαββίδης έχει την ευκαιρία να προβεί σε μια ορθή γνωμάτευση και να λάβει, μάλλον για πρώτη φορά στη θητεία του, τα εύσημα, τερματίζοντας μια προκλητική παρανομία, η οποία επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.

Είναι κατανοητό ότι ο κ. Σαββίδης, ενδεχομένως, να σκέφτεται ότι βρίσκεται προ ενός διλήμματος. Αν διορθώσει την στρέβλωση της προηγούμενης γνωμάτευσης του 2017, θα δικαιώσει τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη με τον οποίο βρίσκεται στα μαχαίρια εδώ και πολύ καιρό. Αν εκδώσει γνωμάτευση η οποία δικαιώνει την προηγούμενη στρέβλωση, θα κινδυνεύει το ζήτημα να αρθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να βρεθεί εκτεθειμένος.

Η θέση της στήλης είναι ξεκάθαρη: Η όποια γνωμάτευση βγει, πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στη βάση νομολογιών και κρυστάλλινων νομικών ερμηνειών. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επηρεάσει την κρίση του το όποιο αρνητικό συναίσθημα έναντι οποιουδήποτε εμπλεκόμενου στο περιβόητο ζήτημα.