Όταν έκανε το σχόλιό του στο τουίτερ ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Κωνσταντίνος Χριστοφίδης, για την συνεχή απασχόλησή μας στην Ελλάδα με το θέμα της τεκνοθεσίας των ομόφυλων ζευγαριών, προσθέτοντας ότι υπάρχουν και άλλα, πολύ σοβαρότερα θέματα, όπως ο συνεχής εποικισμός στην βόρεια, κατεχόμενη Κύπρο και η μεταφορά όπλων στην Αμμόχωστο, αντέδρασα λέγοντας ότι η Ελλάδα δεν ασχολείται μόνο με αυτό. Πέρασαν μέρες πολλές και το θέμα εξακολουθεί να «παίζει», όπως λέμε δημοσιογραφικά.

Αρχίζω να του βρίσκω δίκιο. Συνειδητοποιώντας για μία ακόμη φορά ότι σε τούτο τον τόπο των πολλών υπερβολών, συζητάμε πολύ περισσότερο από το να πράττουμε. Κανένα θέμα δεν είναι πολύπλοκο, όλα είναι ευαίσθητα και κάθε ένα από αυτά έχει τον δικό του βαθμό «δυσκολίας». Όταν πρόκειται, μάλιστα, για νομοθετήματα, ασφαλώς και πρέπει να περάσουν από την ωραία βάσανο του διαλόγου και της διαβούλευσης∙ βασική αρχή της δημοκρατικής λειτουργίας.

Τις περισσότερες φορές, όμως, παρεισφρέουν στον δημόσιο αυτόν διάλογο παράγοντες που εκτρέπουν τη συζήτηση από την ουσία, και τη μεταφέρουν στα ιδιαίτερα συμφέροντα και στις αδιατάρακτες απόψεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Εστιάζονται στο «τι θέλω» και «τι πιστεύω εγώ». Όπως και στο «τι συμφέρει εμένα».

Έτσι, έχει καλλιεργηθεί επί πολλές δεκαετίες μια συμμαχική σχέση συμφερόντων μεταξύ διαφόρων κοινωνικών τάξεων. Αυτή η σχέση εστιάζεται στο «εγώ». Και ενισχύεται από προσωπικές ή και ομαδικές συμμαχίες που, στη γενική εικόνα αν τις δεις, εύκολα θα καταλάβεις ότι αποτελούν «συνδικάτα» απόρθητα.

Το θέμα της νομοθεσίας για τα ομόφυλα ζευγάρια, το έχουμε τεντώσει όσο δεν πάει άλλο. Ο πρωθυπουργός την παρουσίασε και ανακοίνωσε ήδη ότι θα τη θέσει στην κρίση των βουλευτών όλων των κομμάτων. Υπάρχουν αντιδράσεις. Πολλές. Ιδίως από την δική του παράταξη. Αλλά, η Δημοκρατία δεν πρέπει να πορεύεται πάντα με ομοφωνίες.

Έχοντας μιλήσει, όμως, με σχεδόν όλους εκείνους που διαφωνούν, καταλαβαίνω εύκολα ότι δεν εκφράζουν απολύτως τη δική τους, προσωπική άποψη, αλλά μεταφέρουν τα «όχι» από άλλους παράγοντες: Τοπικούς, εκκλησιαστικούς, συγγενικούς και φιλικούς.

Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις θα σου πουν «ναι, πρέπει να ψηφίσουμε ετούτη τη διάταξη – δεν μπορεί αυτοί οι συνάνθρωποί μας να είναι μονίμως απομονωμένοι από τον συντεταγμένο βίο μιας κανονικής και σύγχρονης κοινωνίας». Αλλά, κάποια στιγμή, επικαλούνται τη δήθεν συνείδησή τους και λένε «όχι» Διότι, πολύ απλά, δεν είναι πια δική τους συνείδηση. Κουβαλά αμέτρητα βαρίδια κοινωνικής και πολιτικής εξάρτησης. Κι ούτε ένα γραμμάριο κοινής λογικής και ανθρωπιάς.

Ναι, πρύτανή μου –εγώ έτσι θα σας λέω, γιατί θεμελιώσατε το πρώτο πανεπιστήμιο που απέκτησε η Κύπρος μετά από απαράδεκτα μακρά περίοδο επιστημονικής ξηρασίας– το έχουμε παρατεντώσει το ζήτημα.

Υπάρχουν κι άλλα θέματα. Που η φύση και η ουσία τους αφορά απείρως περισσότερους ανθρώπους. Όπως π.χ. να τακτοποιηθεί το θέμα του ανοίγματος της ανώτατης εκπαίδευσης και σε άλλα, καλά πανεπιστήμια από το εξωτερικό. Με κανόνες. Με υψηλές προδιαγραφές προγράμματος σπουδών και εγκαταστάσεων. Είμαστε ακόμα στη διαβούλευση. Με ένα πελώριο «όχι» να σκεπάζει κάθε φωνή λογικής και εκσυγχρονισμού.

Άκουγα, χθες, έναν βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, να ωρύεται εναντίον των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Την ίδια στιγμή, που ξέρουμε ότι η θυγατέρα του φοιτά σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Κύπρου.
Εδώ και λίγες μέρες έχουν φουντώσει οι διαδηλώσεις φοιτητών και μη, κατά της επικείμενης κυβερνητικής ρύθμισης για λειτουργία και ξένων πανεπιστημίων, με όρους καθαρούς και ακριβείς βεβαίως, στην Ελλάδα. Θα περάσει από τη Βουλή η πρόταση – είναι σχεδόν βέβαιο. Ο Μητσοτάκης είναι πανίσχυρος, και η αντιπολίτευση φτωχή.

Αυτό δεν είναι καλό για την Δημοκρατία.