Διαβάζοντας το ογκώδες βιβλίο για την Ιωσηφίνα (Stuart, Andrea. The Rose of Martinique: Napoleon’s Josephine), πέρασε από το νου μου η πιο πάνω φράση.
Δύο γυναίκες η βασίλισσα Μαρία Αντουανέττα και η αυτοκράτειρα Ιωσηφίνα, η μια καρατομήθηκε στη γκιλοτίνα και η άλλη έζησε με δόξα και τιμές παρά την έκφυλη ζωή της.
Η Αυστριακή Μαρία Αντουανέττα (2/11/1755-16/10/1793) έμεινε γνωστή για τη θρυλική φράση: «Αν δεν έχει ο λαός ψωμί, ας φάει παντεσπάνι». Υπήρξε το πιόνι της δυναστείας της Αυστρίας που ήθελε να βελτιώσει τις σχέσεις της χώρας μέσω συγγενικών δεσμών. Μόλις 14 χρονών την πάντρεψαν με τον Λουδοβίκο, Δελφίνο της Γαλλίας ώστε να επέλθει ειρήνη ανάμεσα στη Γαλλία και την Αυστρία. Η στέψη έγινε το 1774 με μια φαντασμαγορική τελετή. Η μικρή δεν ήταν εκπαιδευμένη και προετοιμασμένη στην αυλική πολιτική και σύντομα ήρθε σε ρήξη με το γαλλικό αντιαυστριακό κόμμα και την οικογένεια του Λουδοβίκου που την αποκαλούσαν «η Αυστριακή». Ξόδευε κάθε μήνα μεγάλα χρηματικά ποσά σε μια εποχή που η πείνα θέριζε τον γαλλικό λαό που την αντιπαθούσε. Όταν εξαγριωμένοι (5&6/10/1789) ξεχύθηκαν στο βασιλικό ανάκτορο των Βερσαλλιών η βασιλική οικογένεια κατάφερε να διαφύγει αλλά ανακόπηκαν στα σύνορα και συνελήφθηκαν. Τελικά καρατομήθηκαν στην γκιλοντίνα. Η Μαρία Αντουανέττα ήταν 37 χρονών.
Η Ιωσηφίνα (23/6/1763-29/5/1814) (αρχικά Ρόουζ), καταγόταν από τη Μαρτινίκη, τότε αποικία της Γαλλίας. Μεγάλωνε στις φυτείες της χώρας της όταν η πονηρή θεία της την κάλεσε στη Γαλλία όπου βρισκόταν με τον ηλικιωμένο Μαρκήσιο φίλο της επειδή είχε διαβλέψει ότι θα έχανε την περιουσία του όταν πέθαινε (δεν μπορούσαν να παντρευτούν δεν υπήρχε διαζύγιο τότε). Σκέφτηκε να παντρέψει το γιο του Μαρκησίου που μεγάλωνε από μικρό παιδί με την 16χρονη αδελφότεκνη της. Ο γάμος αυτός κράτησε μόλις 4 χρόνια στα οποία ο γαμπρός κακομεταχειριζόταν τη Ρόουζ παρόλο που υπήρξε μητέρα των δύο παιδιών του. Την έδιωξε από το σπίτι και αυτή κατέφυγε σε ηλικία 21 ετών σε μοναστήρι όπου κατέφευγαν όλες οι διωγμένες. Εκεί η επαρχιωτοπούλα μεταμορφώθηκε στην πιο περιζήτητη εταίρα του Παρισιού. Στη διάρκεια της γαλλικής επανάστασης ο σύζυγος της αποκεφαλίστηκε, η ίδια φυλακίστηκε και μόλις γλύτωσε τον θάνατο. Χωρίς εισοδήματα, για να ζήσει τα παιδιά της έγινε φιλενάδα ισχυρού άντρα που την συντηρούσε. Αυτός όταν την βαρέθηκε την προξένευσε σε ένα άσημο Κορσικανό στρατηγό που λεγόταν Ναπολέων Βοναπάρτης, ο οποίος ήταν 6 χρόνια πιο μικρός της. Ο γάμος ήταν λύση ανάγκης για τη Ρόουζ-Ιωσηφίνα η οποία έδειχνε αδιάφορη για το νέο σύζυγο και συνέχισε να έχει διάφορους εραστές. Ο άπειρος Ναπολέων την ερωτεύτηκε παράφορα και τη ζήλευε κάτι που αντιστράφηκε όταν εκείνος έγινε γνωστός και περιζήτητος οπότε άρχισε να έχει ερωμένες. Η Ιωσηφίνα γνώριζε αλλά σιωπούσε. Είχε περάσει από πολλά στάδια: επαρχιωτοπούλα, εγκαταλειμμένη σύζυγος, πατριώτισσα, χήρα, ερωμένη, εταίρα, άψογη πρώτη κυρία˙ απέδιδε εξαιρετικά σε όλους τους ρόλους.
Ο Ναπολέων διέταξε όπως η Ιωσηφίνα ζει πλουσιοπάροχα ακόμα και όταν ήταν σε περιοδεία στα 44 παλάτια του συζύγου της. Είχε 20 κυρίες των τιμών ενώ η Μαρία Αντουανέττα 16. Είχε επίσης 17 κυρίες ακόλουθους που αυξήθηκαν σε 30 (1807). Η Ιωσηφίνα ξόδευε διαρκώς, δεχόταν καθημερινά μεγάλο αριθμό εμπόρων και αγόραζε τα εμπορεύματά τους χωρίς ποτέ να ρωτά την τιμή. Μια απογραφή της γκαρνταρόμπας της (1809) κατέγραψε 676 φορέματα, 49 τουαλέτες χορού, 60 σάλια κασμίρ, 496 άλλα σάλια, 498 μπλούζες, 413 ζευγάρια γάντια, 200 μεταξωτά καλσόν. Είχε ήδη χαρίσει 533 τεμάχια ρουχισμού σε γνωστούς και φίλους. Διέθετε απίστευτη συλλογή ακριβών κοσμημάτων αμύθητης αξίας που δεν είχαν καμία σχέση με τη μικρή συλλογή της Μαρίας Αντουανέττας. Το στέμμα με το οποίο την έστεψε ο Ναπολέων αποτελείτο από 1049 διαμάντια που ήταν δεμένα με λευκόχρυσο. Ο Ναπολέων πάντα εξαρτιόταν από την έμφυτη ικανότητά της να γοητεύει τους πάντες, ενώ ο ίδιος κατά γενική ομολογία ήταν αγενής σε αντίθεση με την λεπτότητα, διπλωματία, ευγένεια και χάρη της Ιωσηφίνας που θεωρείτο η επιτομή της θηλυκότητας και κομψότητας.
Η Ιωσηφίνα έδινε σημασία στο κοινό, μάθαινε τα ονόματά τους και τα προβλήματά τους. Ήταν πάντα καλά πληροφορημένη, τους κολάκευε. Έγινε αυτοκράτειρα σε ηλικία 41 ετών, ήδη γιαγιά και με σύζυγο πολύ μικρότερό της. Ήταν άριστη οικοδέσποινα, έμαθε την τέχνη της φιλοξενίας και ψυχαγωγίας και απέκτησε δεξιότητες στη συνομιλία για την τέχνη και τον πολιτισμό. Κατακλυζόταν από προσκλήσεις σε δείπνα, χορούς, θέατρα, κονσέρτα κ.τ.λ.. Είχε 150 εξαρτώμενους συγγενείς και φίλους οι οποίοι έπαιρναν αδρά επιδόματα.
Ο Ναπολέων ήθελε επιτακτικά να αποκτήσει επίσημο διάδοχο. Είχε ήδη αφήσει δύο ερωμένες του εγκύους, απόδειξη ότι ήταν γόνιμος. Μετά από 13 χρόνια γάμου ζήτησε διαζύγιο. Ένα βράδυ όλα τα υπάρχοντα της Ιωσηφίνας φορτώθηκαν σε άμαξες και έφυγε από το παλάτι. Ακολούθως έπαψαν να την προσκαλούν στις διάφορες εκδηλώσεις, έμενε κλεισμένη στο σπίτι.
Από το 1806 άρχισαν εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας λόγω των καταπιεστικών όρων διοίκησης. Ενώ αρχικά (1807) ο Ναπολέων υπέγραψε συμφωνία με το Τσάρο της Ρωσίας, τελικά κήρυξε πόλεμο (1812). Έχασε τον πόλεμο και επήλθε η πτώση του.
Ο Τσάρος μπήκε στο Παρίσι και επισκέφθηκε την Ιωσηφίνα που αναγκαστικά άνοιξε το σπίτι της και φιλοξένησε τον κατακτητή που έγινε τακτικός επισκέπτης. Σύντομα άρπαξε κρυολόγημα που χειροτέρευε και πέθανε μετά από 10 μέρες (51 ετών). 20.000 Γάλλοι πέρασαν μπροστά από το φέρετρό της και την αποχαιρέτισαν.
Είχε βγει το όνομα της Μαρίας Αντουανέττας…