Από τη μια είναι τα πλήθη. Θυμωμένα και ετοιμοπόλεμα. Κι η είδηση για γυναίκα αξιωματούχο του κράτους η οποία πιάστηκε να οδηγεί έχοντας καταναλώσει περισσότερη από την επιτρεπόμενη ποσότητα αλκοόλ και ταυτόχρονα αρνήθηκε να δώσει δεύτερο δείγμα προς επιβεβαίωση, αποτελεί σίγουρα θέμα. Όχι φυσικά πως είναι μπεκρού, όπως χαρακτηρίστηκε ή πως μπεκρούλιαζε. Μπορεί απλά να βρισκόταν σε κάποια κοινωνική σύναξη και να ήπιε δύο ή τρία ποτήρια κρασί αντί ένα (όπως κάνουμε οι πλείστοι χωρίς να χαρακτηριζόμαστε μπεκρούλιακες). Ίσως, επίσης, να ήταν νηφάλια και να οδηγούσε έχοντας τον έλεγχο. Υπό ομαλές τουλάχιστον συνθήκες, χωρίς να χρειάζεται να αντιδράσει σε κάτι απρόοπτο. Παραβίασε όμως το νόμο και είναι Επίτροπος Νομοθεσίας. Οπόταν δεν είναι ένα απλό πταίσμα.
Κι ενώ η ίδια παραδέχτηκε πως αυτήν αφορούν οι φήμες (πράγμα που θα μπορούσε να μην κάνει παριστάνοντας την στρουθοκάμηλο αναμένοντας να περάσει η μπόρα) λέγοντας ταυτόχρονα πως τα γεγονότα δεν είναι έτσι και θα αποφασίσει η δικαιοσύνη αφού ακούσει τα γεγονότα, η αστυνομία έσπευσε να προκαταλάβει τη δικαιοσύνη: «Η κυρία Επίτροπος απλά δεν τα κατάφερε να φυσήξει σωστά κι αυτό καταγράφηκε από τους αστυνομικούς που ήταν εντεταλμένοι να κάνουν άλκοτεστ ως άρνηση», λέει ο εκπρόσωπος της Αστυνομίας. Αλλά, αν αυτό προνοεί ο νόμος, πολύ καλά έκαναν. Αυτό ενδεχομένως να έλεγε και η ίδια η Επίτροπος Νομοθεσίας κάτω από άλλες περιστάσεις.
Η κ. Λουΐζα Χριστοδουλίδου Ζαννέτου ως πολίτης έχει το τεκμήριο της αθωότητας, όπως φρόντισε να μας υπενθυμίσει. Ωστόσο, στη θέση που βρίσκεται, το τεκμήριο αυτό δεν είναι αρκετό. Σε άλλες χώρες δεν θα ανέμενε κανείς τη δικαιοσύνη να αποφασίσει. Με την ταχύτητα μάλιστα που κινείται η δικαιοσύνη στην Κύπρο, ίσως και να αφυπηρετήσει η κ. Ζαννέτου μέχρι η δικαιοσύνη να αποφανθεί τι έγινε. Μέχρι τότε, θα υπηρετεί ένα θεσμό με την αξιοπιστία της να έχει αμαυρωθεί. (Και ήδη υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σε θεσμούς που δεν εμπνέουν σεβασμό γιατί το όνομα τους έχει αμαυρωθεί, συμπαρασύροντας μαζί με αυτούς και τους θεσμούς). Σε άλλες χώρες απλά θα αποχωρούσε για να σώσει τον θεσμό. Μπορεί κάποιος να πει πως είναι άδικο κάποιος να «θυσιάζεται» υπό το βάρος φημών, προτού η δικαιοσύνη αποφασίσει. Ποιος μπορεί όμως να δεχτεί πως η όποια απόφαση της Δικαιοσύνης θα ληφθεί αμερόληπτα; Ποιος μπορεί να πείσει τους πολίτες; Ήδη η παρέμβαση της αστυνομίας δείχνει διάθεση παραγραφής του γεγονότος ως μη γενόμενο. Δυστυχώς εδώ που φτάσαμε, με πράξεις και απραξίες, όλα είναι πλέον υπό αμφισβήτηση. Και η ευθύνη δεν βαραίνει τους πολίτες, ακόμα κι αν -καμιά φορά- οι χαρακτηρισμοί μπορούν να χαρακτηριστούν υπερβολικοί.