Αυτό αναρωτήθηκε πολλές φορές αυτές τις μέρες η εικονιζόμενη Μαρία Καρυστιανού, παιδίατρος, σύμβουλος θηλασμού, από τη Θεσσαλονίκη. Έχασε την κόρη της, μόλις 20 ετών, φοιτήτρια, στο δυστύχημα των Τεμπών πέρυσι, όπου 57 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής που διερευνά την υπόθεση κατέθεσε ως πρόεδρος της προσωρινής διοίκησης συλλόγου οικογενειών θυμάτων. Τα λόγια της ήταν μαχαίρι στο σύστημα, και οι βουλευτές που το εκπροσωπούν την άκουγαν αποσβολωμένοι.

Η φράση της που έχει καρφωθεί μέσα μου και που νομίζω ότι συνοψίζει όλη τη τραγωδία αυτού του τόπου (όχι μόνο του σιδηροδρομικού δυστυχήματος), είναι η εξής: «Μου είναι ακατανόητο, έως και ύποπτο, έξι μήνες μετά την τραγωδία, να βρίσκομαι εδώ, απέναντι σε σας, βουλευτές και όχι σε κανονικό Δικαστήριο».

«Θέλω να έρθετε για πολύ λίγο στη θέση μας. Να χάσετε το πιο αγαπημένο σας πρόσωπο από ιατρικό λάθος, από αδιαφορία και ο εν λόγω γιατρός αντί να παραπέμπεται στη Δικαιοσύνη να παραπέμπεται στον Ιατρικό Σύλλογο. Πώς θα σας φαινόταν αυτό; Δίκαιο; Φυσιολογικό;», είπε η κ. Καρυστιανού. Και συνέχισε: «Φέρνω αυτό το παράδειγμα για να σας πως ότι δεν είμαστε εντάξει με όλο αυτό. Δεν είσαστε δικαστές. Δεν ξέρετε τη δικογραφία. Πώς ξέρω ότι θα αναδειχθεί πλήρως και σε βάθος ένα θέμα στο οποίο οι εμπλεκόμενοι ξεκινούν από την κορυφή του πολιτικού συστήματος;».

Η κ. Καρυστιανού ορθώς αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του συγκεκριμένου κοινοβουλευτικού Σώματος. «Δεν είστε δικαστές», τους είπε. Πετώντας τους στα μούτρα την «πικρή αλήθεια» ότι η συγκεκριμένη επιτροπή, για το συγκεκριμένο συμβάν, απλώς καλείται να αποφασίσει εάν κάποιο ή κάποια πολιτικά πρόσωπα φέρουν ευθύνη και άρα πρέπει να πάνε σε κανονικό Δικαστήριο.  Επειδή όμως στην Ελλάδα το αξίωμα του πολιτικού προστατεύεται εν πολλοίς από τη λεγόμενη ασυλία (που ερμηνεύεται κατά το δοκούν), πολύ σπάνια έχουμε δει να παραπέμπεται πολιτικός σε Δικαστήριο.

Στην περίπτωση της συγκεκριμένης τραγωδίας, σαφώς και υπάρχουν ευθύνες. Αντικειμενικά. Μπορεί π.χ. να μην ήταν πολιτικός εκείνος που έδωσε λανθασμένες εντολές στη σήμανση και εκτροχιάστηκε το τρένο, αλλά πολιτικός ήταν εκείνος που διόρισε τον ανίκανο που έκανε λάθος στη σήμανση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι «ήξερε ότι υπέγραφε τον διορισμό ανίκανου;». Όποια και αν είναι η απάντηση (δύο υπάρχουν, όλες κι όλες, «Ναι» ή «Όχι»), η ευθύνη είναι αυταπόδεικτη. Μένει να κριθεί εάν έχει και ποινικές διαστάσεις. Η κοινή λογική, λέει «έχει».

Το μεγάλο έγκλημα στην πολιτική βρίσκεται στις λεγόμενες πελατειακές σχέσεις. Αυτές ισούνται με αυτό που λέμε αναξιοκρατία, άρα κακή ποιότητα διοίκησης.

Όπως επισημαίνει στο εξαιρετικό του πόνημα «Κράτος και Ομάδες Συμφερόντων» ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «δεν υπάρχει σαφής επιμερισμός της ευθύνης ως προς το ποιος αναλαμβάνει την τάδε ή την δείνα αποστολή και δεν υπάρχει έλεγχος για το αν και πόσο καλά το αναληφθέν έργο υλοποιήθηκε».

«Ο μηχανισμός κινήτρων και κυρώσεων στον δημόσιο τομέα είναι εξαιρετικά χαλαρός», καταλήγει.

Ενίοτε και εγκληματικός, προσθέτω!

Υστερόγραφο: Την ίδια μέρα που η κ. Καρυστιανού κατέθετε στην Βουλή, συνεχιζόταν η δίκη για τις πυρκαγιές στο Μάτι το 2018, όπου χάθηκαν παραπάνω από 100 άνθρωποι μέσα σε ελάχιστες ώρες. Κατά …σύμπτωση, εντός των ημερών, θα τεθεί προς ψήφιση στη Βουλή ο νέος νόμος του υπουργείου για την ταχύτερη, χρονικά, απόδοση της Δικαιοσύνης. Πέρασαν 6 χρόνια από το Μάτι. Σκεφθείτε εκείνους που έχασαν τα πάντα. Πώς ζουν; Πώς περνούν;

Πώς αντιλαμβάνονται μέσα τους τη λέξη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;