Δεν είναι η πρώτη φορά που σ’ αυτή τη χώρα βάζουμε το κάρο μπροστά από τον γάιδαρο. Είτε γιατί επικρατεί ένας άκρατος ενθουσιασμός είτε λόγω αδυναμίας αντίληψης των πραγματικοτήτων. Αποτέλεσμα των βεβιασμένων ενεργειών είναι η κατάληξη σε λανθασμένα και επιζήμια αποτελέσματα. Η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν θα μπορούσε να μην κινηθεί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.

Η πρώτη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης ξεκίνησε την δεκαετία του ’80 με την σαλαμοποίηση των μητροπολιτικών δήμων και τη δημιουργία νέων δήμων με μόνο κριτήριο τον πληθυσμό της κάθε περιοχής. Και χωρίς να υπάρξει σοβαρή μελέτη της βιωσιμότητας των νέων δημαρχούμενων περιοχών άρχισαν να φυτρώνουν παντού νέοι δήμοι. Όποιο κόμμα αισθανόταν ότι είχε πλειοψηφία φρόντιζε να υποκινεί τους τοπικούς παράγοντες να διεκδικούν να μετατραπούν σε δήμο. Κι έτσι γεμίσαμε παντού δήμους.

Και ήταν αναμενόμενο ότι η αδυναμία αντίληψης των πραγματικοτήτων κάποια στιγμή τα πράγματα θα οδηγούνταν σε ένα αδιέξοδο, κυρίως οικονομικό. Καθόλου τυχαία που οι πλείστοι δήμοι αντιμετώπιζαν τεράστιες οικονομικές δυσκολίες, και εάν δεν άνοιγε η κυβέρνηση τα δημόσια ταμεία να δώσει χρήματα για έργα αλλά και να πληρωθούν ατασθαλίες, σήμερα πολλοί δήμοι θα είχαν πτωχεύσει. Ο κάθε δήμαρχος δημιούργησε το δικό του τοπικό βασίλειο και απαιτούσε από το κεντρικό κράτος να φορτωθεί τα έξοδά του. Και στις πλείστες περιπτώσεις και προκειμένου να μην φορτωθούν εξ ολοκλήρου το βαρύ κόστος οι δημότες και για να αποφευχθεί μια λαϊκή εξέγερση, οι κυβερνήσεις μια μετά την άλλη αναλάμβαναν να καλύψουν μέρος αυτού του κόστους.

Αυτό αντί να συμβάλει στο νοικοκύρεμα των δήμων, κάποιοι θεώρησαν ότι το κεντρικό κράτος αποτελεί «χρυσή αγελάδα» από την οποία μπορούν να αρμέγουν αφειδώλευτα εκατομμύρια κάθε χρόνο.  Η οικονομική κρίση παράλληλα με τις απαιτήσεις της ΕΕ αναγκάστηκε η κεντρική κυβέρνηση να ανοίξει συζήτηση μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης στοχεύοντας από τη μια σε αριθμητική μείωση των δήμων. Πιστεύοντας ότι μέσα από της συνενώσεις θα επιτυγχάνετο μείωση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Και ρίχθηκαν όλοι με τα μούτρα στην προσπάθεια να επιτύχουν την λεγόμενη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Κλήθηκαν ειδικοί και εμπειρογνώμονες οι οποίοι ετοίμασαν μελέτες. Οι μελέτες αυτές ξεκινούσαν από μια βασική αρχή, ότι η Κύπρος είναι πολύ μικρός τόπος για να έχει τόσους πολλούς δήμους. Ήταν κάτι που δεν δικαιολογείτο είτε από το μέγεθος του κράτους είτε πληθυσμιακά. Και ούτε βεβαίως υπήρχε διάθεση ο κάθε δήμαρχος/βασιλιάς να δεχθεί να διαλύσει το δικό του τοπικό βασίλειο.

Έτσι φτάσαμε σε τραγελαφικές αποφάσεις που αντί να μειώνουν τους δήμους για εξοικονόμηση χρημάτων δημιουργήθηκαν νέοι δήμοι/εκτρώματα. Δημιουργήθηκαν νέοι δήμοι που προέκυψαν μέσα από συνενώσεις υφιστάμενων δήμων με δεκάδες χιλιάδες κάτοικους, αλλά και δήμοι που προέκυψαν μέσα από συνενώσεις κοινοτήτων με μερικές δεκάδες κατοίκους! Και σαν να μην έφτανε αυτό κρίθηκε σκόπιμο πως, ανεξαρτήτως πληθυσμιακού εκτοπίσματος σε κάθε νέο δήμο εκτός από τον δήμαρχο η κάθε κοινότητα/δήμος θα εκλέγει τον δικό της αντιδήμαρχο ο οποίος θα λαμβάνει και μισθό! Σ’ αυτά τα τρελά προστέθηκε ως κερασάκι στην τούρτα κι ένας «περιφερειάρχης» με συγκεκριμένη αποστολή, ο οποίος θα λαμβάνει κι αυτός το δικό του μισθό το ύψος του οποίου ακόμα εν έχει καθοριστεί με σαφήνεια.

Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου είναι πολύ σωστός όταν διαπιστώνει πως έφτιαξαν δήμους που θα χρεοκοπήσουν. Και αυτό δεν μπορεί να προκαλεί σοκ για κανένα, γιατί αυτό που σήμερα επαναλαμβάνει ο Ιωάννου, το έλεγε από την πρώτη μέρα που μπήκε στο υπουργείο Εσωτερικών όταν πήρε στα χέρια του τα νομοθετήματα και κατάλαβε το τερατούργημα που γεννήθηκε μέσα από την μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Το τσουνάμι (τέλη, φορολογίες, κ.λπ.) θα έρθει όμως μετά τις εκλογές του Ιουνίου και όταν θα λειτουργήσουν οι νέοι δήμοι των οποίων το κόστος λειτουργίας θα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ήταν μέχρι σήμερα. Ούτε τα κόμματα, ούτε οι κυβερνήσεις θα πληρώσουν το τίμημα αυτού του τερατούργημα. Θα το πληρώσουν οι δημότες (είτε είναι στις μεγάλες πόλεις είτε στα μικρά χωριά) ανεξαρτήτως οικονομικού εκτοπίσματος. Αλλά και τα ποσά που θα καταβάλλει το κεντρικό κράτος είναι πάλι οι ίδιοι πολίτες που θα τα πληρώσουν είτε κατοικούν στη Λευκωσία, είτε στο Δελικήπο.