Η Χρυστάλλα και η Καίτη για χρόνια τώρα ήθελαν να οργανώσουν ένα τριήμερο στην Αθήνα «όπως κάμνει ούλλος ο κόσμος». Να ψωνίσουν τσάντες και παπούτσια από την Ερμού, να φωτογραφηθούν με τους Εύζωνες, να πάνε κανένα θέατρο και μπουζούκια. Το πακέτο που βρήκαν συμπεριλάμβανε τα πάντα: παραλαβή από το αεροδρόμιο με πούλμαν, διαμονή σε ξενοδοχείο κοντά στο Σύνταγμα, bead and breakfast, θέατρο και νυχτερινές εξόδους – με έξτρα επιβάρυνση – και ένα προσκύνημα σε γνωστή μονή, χωρίς έξτρα επιβάρυνση.

Το ίδιο πούλμαν που θα τις παραλάβει από το αεροδρόμιο, θα συνοδεύει την ομάδα στο θέατρο όπου θα δουν κωμωδία, ενώ το επόμενο βράδυ θα τις πάει στο νυχτερινό κέντρο-μπουζούκια για ν’ ακούσουν γνωστούς αοιδούς. Με την τιμή εισόδου συμπεριλαμβάνεται και ένα μπουκάλι ουίσκι, φρούτα και ξηροί καρποί. Τα κεφάλια ασήκωτα το επόμενο πρωί «εν είμαστε μαθημένες του ποτού» ούτε στην υψηλή ένταση της μουσικής. Αγουροξυπνημένες θα πάνε όμως στο κυριακάτικο εκκλησίασμα και προσκύνημα σε κοντινή από την Αθήνα μονή.

Αφού προσκυνήσουν την κάρα του αγίου, μεγάλη η χάρη του, θα αγοράσουν εικονούδες, κομποσχοίνια, λαδάκια, μπουκαλάκια με αγίασμα και γλυκό μαστίχα υποβρύχιο για να μοιράσουν στις γειτόνισσες, φίλες και γνωστές μαζί με τα βραχιολάκια και τις αμματόπετρες που θα πιάσουν από το Μοναστηράκι. Οπωσδήποτε θα φορτωθούν ουίσκι και αρώματά από το Duty Free πριν επιστρέψουν στο νησί, άσχετο αν οι τιμές του αεροδρομίου είναι ψηλότερες απ’ ότι στην κυπριακή αγορά.

Με την ίδια πτήση ταξιδεύει και ένα άλλο γκρουπ γυναικών, “freelance” αυτές, εφόσον πετάνε συχνά στην Αθήνα για να κάνουν τις πλαστικές και τα τραβήγματά τους, για να κουρευτούν ή να κάνουν ανταύγειες στο salon de coiffure του Αντρέ. Γιατί άλλο να αφήνεσαι στα χέρια ενός Αντρέ και άλλο ενός Κύπριου που λέγεται Αντρίκος. Μεγάλη διαφορά! Τις χάι κλασάτες παραλαμβάνουν ταξί-λιμουζίνες που χρεώνουν τουλάχιστον τριπλάσια ταρίφα από την κανονική, έτσι για τη γκλαμουριά και μόνο.

Αυτές βέβαια δεν ψωνίζουν από την Ερμού αλλά από τις μπουτίκ του Κολωνακίου, αναζητούν εστιατόρια με fusion γεύσεις ή πειραγμένη ελληνική κουζίνα και ταξιδεύουν με δυο βαλίτσες για να χωρέσουν τα ρούχα, τα παπούτσια και οι τσάντες για όλες τις προγραμματισμένες εξόδους τους, συν τα ψώνια που θα κάνουν εκεί. Διαμένουν σε πεντάστερα ή στα ιδιόκτητα διαμερίσματά τους, φωτογραφίζουν την κάθε τους έξοδο, αναρτώντας την ίδια στιγμή τις φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ποζάροντας σαν μπαλαρίνες ή σαν νεαρά κορίτσια που πήγαν «hens night» στο εξωτερικό, νέο εποχιακό φρούτο κι αυτό.

Οι λιμουζίνες θα αφήσουν τις ινσταγκραμάτες κυρίες έξω από τα μπουζούκια, κρατημένο το πρώτο τραπέζι πίστα, θα παραγγείλουν σαμπάνια αντί ουίσκι, θα βγάλουν selfie με τις τραγουδίστριες στο background, θα γίνουν οι paparazzi του εαυτού τους. Θα πετάνε πανέρια με γαρύφαλλα στην πίστα ενώ θα σηκώνονται κάθε τόσο, λικνίζοντας τα καλογυμνασμένα κορμιά τους, με την αδρεναλίνη στα high, νιώθοντας πως όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα απάνω τους. Από το τραπέζι τους στο βάθος της αίθουσας η Χρυστάλλα και η Καίτη βλέπουν το τσούρμο ξανθών μεσήλικων-ηλικιωμένων κυριών «Ου μα εν τούτες οι Kυπραίες που θωρούμε στα περιοδικά τζαι στα Facebook; Ήρταν να δείξουν τζαι στην Αθήνα τον νουν τους;» θα σχολιάσουν.

«Μ’ αυτά και μ’ αυτά» όπως λέει και ένας φτασμένος δημοσιογράφος, θα τελειώσουν οι διακοπές και όλες οι κυρίες της κυπριακής «χάλι» society και του απλού λαού θα περάσουν την ίδια πύλη ελέγχου διαβατηρίων. Ο τελωνειακός υπάλληλος ανεβοκατεβάζει τρεις φορές το κεφάλι, συγκρίνοντας τη φωτογραφία της ταυτότητας με αυτή της γυναίκας που στέκεται μπροστά του, με την οποία δεν έχει καμιά ομοιότητα, λόγω φουσκωμένων ζυγωματικών και χειλιών. Ακόμη και οι υπολογιστές συγχίζονται, εφόσον η κόρη του ματιού δεν φαίνεται πίσω από τα μαύρα ματοτσίνορα, τις ψεύτικες βλεφαρίδες.

Οι τσάντες και οι χειραποσκευές με γνωστά λογότυπα μεγάλων οίκων που είτε είναι μαϊμού και αγοράστηκαν από πλανόδιους ξένους πωλητές στην Πλάκα, είτε από τις ακριβές μπουτίκ, άκρως original, θα μπουν όλες μαζί στα ντουλαπάκια πάνω από τα καθίσματα και όλες οι κυρίες, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και οικονομικής εμβέλειας, θα επιστρέψουν στο νησί πλουσιότερες σε εμπειρίες και καλύτερες σαν άνθρωποι, μετά τα νυχτερινά τους προσκυνήματα στα μπουζούκια και τα πρωινά στο μοναστήρι και στο Μοναστηράκι.

Στην πτήση συναντούν δυο πρώην φιλολόγους των παιδιών τους.

-«Περάσατε καλά; Σε ποιο νυχτερινό κέντρο επήετε; Κανένα; Εκάμετε τα ψώνια σας; Όϊ; Κανένα προσκύνημα; Ούτε; Τι εκάμετε τότε;»
-«Πήγαμε σ’ εκθέσεις, στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στο ΕΜΣΤ (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) και στην αρχαία Ελευσίνα» απαντούν οι φιλόλογοι.
Οι κυρίες προσπαθούν να μην βάλουν τα γέλια.
-«Οι καημένες οι καθηγήτριες, έτσι μίζερες ένι. Εν ιξέρουν να ζήσουν μάνα μου. Τζαι εν τούτες που μορφώνουν τα κοπελούδκια μας…» λένε, κλείνοντας η μια το μάτι στην άλλη.

dena.toumazi@gmail.com