Τα λάθη, οι παραλείψεις και τα ψέματα των υπευθύνων στην υπόθεση δολοφονίας του Θανάση Νικολάου είναι τόσα που δεν δικαιολογούν απλή αμέλεια ή ανικανότητα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο στη διερεύνηση του θανάτου του εθνοφρουρού Θανάση Νικολάου, είναι η στάση των Αρχών: Αντί να είναι στο πλευρό του πολίτη, όπως οφείλουν, διαπιστώνουμε με αυξανόμενη δυσφορία που εξελίσσεται σε οργή, ότι φαίνεται πως κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ο Θανάσης βρέθηκε νεκρός στις 29 Σεπτεμβρίου 2005. Τα όσα ακολούθησαν συνθέτουν ένα αδιανόητο χρονικό ανευθυνότητας, ανικανότητας και τόσο κραυγαλέων παραλείψεων, λαθών και ψεμάτων από πλευράς των υπευθύνων, για χρόνια και χρόνια, που καμιά αμέλεια δεν μπορεί να δικαιολογήσει. Όμως, ο ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής Σάββας Μάτσας, καταθέτοντας στην ανακρίτρια, δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής και κατηγορηματικός: «Αποδίδουμε τον θάνατο του Αθανάσιου Νικολάου σε φόνο εκ προμελέτης διά στραγγαλισμού και μετά από άσκηση βάναυσης σωματικής βίας, προφανώς από περισσότερα άτομα του ενός».
Τα στοιχεία που κατέθεσε είναι πολλά: Ο ιατροδικαστής Σταυριανός έκανε παραλείψεις και λάθη, είπε ψέματα παραπλανώντας την Αστυνομία, η οποία επέδειξε αμέλεια διερευνώντας την υπόθεση ως μικροπαράβαση, αποκλείοντας αδικαιολόγητα την εγκληματική ενέργεια. Ο νέος δεχόταν φοβερό μπούλινγκ στο στρατόπεδο. Ανακάλυψε ότι γινόταν χρήση ναρκωτικών και το κατάγγειλε στον διοικητή του, ζητώντας μετάθεση. Μετά από δυο μέρες ήταν νεκρός… Στα χρόνια που ακολούθησαν, η επιμονή της οικογένειας προκάλεσε αλλεπάλληλες έρευνες χωρίς αποτέλεσμα, μεσολάβησε και μια καταδίκη της Κύπρου από το ΕΔΑΔ για προχειρότητα και παραλείψεις στη διερεύνηση. Η Εισαγγελία όλα αυτά τα χρόνια ήταν από αδιάφορη μέχρι απροκάλυπτα εχθρική – ακόμα και τώρα, η εκπρόσωπός της στη νέα ανακριτική διαδικασία συνεχίζει να παρεμποδίζει την προσπάθεια.
Η δικηγόρος της Εισαγγελίας αμφισβητεί συνεχώς τα ευρήματα της έρευνας και των ιατροδικαστών. Επιστράτευσε ως μάρτυρες διάφορους ειδικούς, ιατροδικαστές και άλλους για να αμφισβητήσει ότι ήταν δολοφονία – επιχείρησε μάλιστα να φέρει και νέα έκθεση που συνέταξε λίγες μέρες πριν ο ιατροδικαστής Σταυριανός, για τον οποίο ο κ. Μάτσας είπε ότι πρέπει να διωχθεί ως συνεργός και για έξι ακόμα αδικήματα, σχετικά με το πώς χειρίστηκε την υπόθεση! Το εύλογο ερώτημα, λοιπόν, μετά και τις κατηγορηματικές αναφορές του ποινικού ανακριτή, είναι γιατί συμπεριφέρεται έτσι ένας από τους ανώτατους θεσμούς που εκπροσωπούν το κράτος, δίνοντας την εντύπωση ότι θέλει απεγνωσμένα να προστατεύσει κάποιους ενόχους. «Αποκαλύφθηκε η αλήθεια και εσείς συμπεριφέρεστε ακόμη με αυτό τον τρόπο», παρατήρησε ο κ. Μάτσας.
Ο υπέρμαχος της νομιμότητας μπορεί να συγκαλύπτει μια δολοφονία; Μόνο σε ένα κράτος – μαφία μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η αστεία δικαιολογία που επικαλέστηκε η εισαγγελέας, ότι δηλαδή τα έξοδα και τις όποιες αποζημιώσεις θα τις πληρώσει, μέσω του κράτους, ο φορολογούμενος πολίτης, εκτός από αστεία είναι και προσβλητική: Πληρώνουμε ήδη τις συνέπειες από τον χειρισμό αυτής της υπόθεσης από κρατικές υπηρεσίες και θεσμούς που δεν κάνουν τη δουλειά τους όπως πρέπει. Ακόμα χειρότερα όμως, έχουν κατορθώσει να προκαλέσουν την οργή και απαξίωση του πολίτη απέναντί τους, κάτι που αφενός ευτελίζει τον θεσμό που υπηρετούν, αφετέρου δημιουργεί τεράστιο αίσθημα ανασφάλειας και απώλεια εμπιστοσύνης σε αυτούς που έχουν ταχθεί να τον προστατεύουν. Ενώ η πρόθεση του Γ. Εισαγγελέα να καθιερώσει εσωτερικό σύστημα ελέγχου, να ελέγχει με άλλα λόγια η υπηρεσία του τον εαυτό της, είναι στάχτη στα μάτια της κοινωνίας.
Τα καθημερινά φαινόμενα διαφθοράς που έχουμε στον τόπο μας δεν είναι, βεβαίως, αποκλειστικά κυπριακό φαινόμενο, εντοπίζονται μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο και αλλού. Ωστόσο, εδώ το φαινόμενο αυτό μοιάζει γενικευμένο. Έχεις την αίσθηση ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν μπορεί να τους αγγίξει τίποτα, που είναι πεπεισμένοι ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν ατιμωρητί. Αυτή τους η σιγουριά φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν ιδρώνει το αυτί κανενός, η συμπεριφορά τους είναι απροκάλυπτη και έχουν γραμμένη στα παλιά τους παπούτσια την κοινωνία που τους παρακολουθεί εμβρόντητη.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι και ποιον προστατεύουν. Να είναι σίγουροι, όμως, πως κάποτε θα το μάθουμε – κάποιος, κάποτε, θα μιλήσει. Μπορεί ακόμα και τότε οι ένοχοι να κατορθώσουν να αποφύγουν τις συνέπειες, χάρη στην άνομη προστασία κάποιων θεσμικών εκπροσώπων. Όμως θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η κοινωνία δεν συγχωρεί αυτούς που την προδίδουν. Θα πρέπει κάποιος να είναι εξαιρετικά αναίσθητος και χοντρόπετσος για να μην τον αγγίζει ούτε στο ελάχιστο η απαξίωση. Τίποτα δεν θα φέρει πίσω τον αδικοχαμένο νέο, ακόμα και η τιμωρία των ενόχων δεν θα προσφέρει παρά ένα μικρό ψήγμα ανακούφισης, ιδίως στην οικογένεια. Όμως όλοι εμείς θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να υποχρεώσουμε τους θεσμούς να κάνουν τη δουλειά τους: Να μας προστατεύουν και όχι να είναι εχθροί μας.
Ελεύθερα, 03.03.2024