Πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια από τον μαύρο εκείνο Μάρτιο όπου η δημοκρατία δέχτηκε το μεγαλύτερο χαστούκι στην ιστορία της εν καιρώ ειρήνης. Ήταν ένα πείραμα καταγραφής της ανθρώπινης αντοχής ως προς την αποδοχή της στον εξελικτικό δογματισμό. Η αλήθεια, είναι πως από τότε άλλαξαν πολλά πράγματα… Η υγειονομική κρίση αποτέλεσε το αιτιατό μιας τεράστιας ταχείας αλλαγής που μαγειρεύετο εδώ και χρόνια για την επιβολή της χωρίς διαβούλευση.
Απόφαση κόλαφος από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά με τα μέτρα την εποχή του κορωνοϊού. Αφενός για την επιβολή σχετικών απαγορευτικών διαταγμάτων αποστέρησης θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου και αφετέρου η εφαρμογή τους, η οποία υποδήλωνε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, εμμέσως αδειάζει την τότε κυβέρνηση, σε έφεση πολίτη ο οποίος καταδικάστηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο για συμμετοχή σε διαμαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, στην απόφαση σημειώνεται ότι, «μια ειρηνική διαδήλωση δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να υπόκειται στην απειλή ποινικής κύρωσης και τονίζει το οξύμωρο το οποίο έγκειται σε «σειρά μέτρων που επέτρεπαν δραστηριότητες συγκέντρωσης προσώπων ακόμα και σε κλειστούς χώρους, υπό όρους, ήτοι τηρουμένων των κατευθυντήριων γραμμών οδηγιών του Υπουργείου Υγείας.
Καταλήγοντας, εν ολίγοις, στην έλλειψη συνέπειας της κυβέρνησης.
Σε κάποιο σημείο χαρακτηριστική ήταν και η αναφορά για αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, την ίδια στιγμή που επιτρεπόταν σε κάποιον να κάνει τατουάζ. Ενώ, σε άλλο σημείο, προστίθεται πως δεν «εξηγήθηκε γιατί οι δραστηριότητες αυτές επιτράπηκαν με περιορισμούς, ενώ η άσκηση μιας θεμελιώδους ελευθερίας απαγορεύθηκε απόλυτα και προβλέφθηκαν ποινές σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα ήταν αρκετά, όπως και τα ερωτήματα που προέκυπταν από τις καθημερινές αντιφάσεις των «ειδικών» και που υποβάλλονταν τότε από 3-4 συναδέλφους. Δυστυχώς, οι μόνοι που απαντούσαν ήταν οι επί παντός επιστητού, οι τυχοδιώκτες και οι χρήσιμοι ηλίθιοι του συστήματος… οι οποίοι κάθε φορά φρόντιζαν να επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο την ατόφια βλακεία τους. Και σήμερα, οι πλείστοι από αυτούς, παθαίνοντας αμνησία, χλευάζουν την τραγελαφική εικόνα της όλης κατάστασης τότε, στην οποία συνέβαλαν με την αδαή συμπεριφορά τους.
Τι να πρωτοθυμηθούμε. Το μήνυμα να πάρεις τον σκύλο για πι-πι, να βγεις εκτός σπιτιού για να αναπνεύσεις καθαρό αέρα ή για ψώνια στην υπεραγορά κι ένα σωρό άλλες ανοησίες.
Στα αξιοσημείωτα και στο οποίο ο γράφων έκανε συχνή αναφορά ήταν και η εμβολιαστική κάλυψη. Όσον αφορά, τον έμμεσο εξαναγκασμό, τα μπόνους και τον καθημερινό βομβαρδισμό του ποσοστού εμβολιασμένων για τον οποίο διατηρούσε κάθε επιφύλαξη για τα πραγματικά νούμερα, καθώς και για την αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου εμβολίου. Σήμερα, που οι περιορισμοί έχουν τερματιστεί, έρχεται και η επιβεβαίωση με το μηδαμινό ποσοστό εμβολιασμών κατά του Covid. Στην ουσία η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών συναίνεσε τότε στον εμβολιασμό όχι από φόβο αλλά για να επανακτήσει τα βασικά του δικαιώματα που η πολιτεία του στερούσε με αμφιλεγόμενες προφάσεις.
Αν αυτό που ζήσαμε στην ψηφιακή εποχή, του καναπέ και της βαρεμάρας διαδραματιζόταν τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, θα γινόταν παγκόσμια επανάσταση. Θα κατέρρεαν κυβερνήσεις και θα κόβονταν κεφάλια.
Στην πορεία βέβαια, κάποιες παραδοχές άρχισαν να αποκαλύπτουν εν μέρει το φιάσκο. Η αναλογικότητα ωφέλειας/ κινδύνου που μας τσαμπουνούσαν αντιστράφηκε και τα δεινά που έχουν προκληθεί και θα συνεχίζονται από τον τρόπο αντιμετώπισης και διαχείρισης τής εν λόγω κρίσης αποδείχτηκαν δυσανάλογα σε σχέση με τη γενεσιουργό αιτία.
Ας μην αφήσουμε ποτέ ξανά να μας κόψουν τον αέρα που αναπνέουμε.