Ο παππούς Λεωνίδας υπήρξε αμπελουργός και οινοποιός. Όταν δεν χανόταν στα αμπέλια, τα χαρούπια ή στις ελιές, πολυτεχνίτης όπως ήταν, θα έφτιαχνε καρέκλες ή θα έπλεκε κοφίνες. Του άρεσε να κεντά κολότζιες με περίτεχνα σχέδια από τη ζωή της υπαίθρου. Ό, τι έπιανε στα χέρια του αυτό φτουρούσε. Με τα δυο του χέρια έχτισε και το σπίτι του με πέτρες που κουβαλούσε με το γαϊδούρι του. Πέτρα την πέτρα και χρόνο τον χρόνο. Μια πρώτη κάμαρη για να μείνει με τη γυναίκα του, έπειτα έκτισε την κάμαρη-οινοποιείο και με τα χρόνια το απαλάτι, το ανώι με τα μεγάλα παραθύρια, παρατηρητήριο με θέα όλο το χωριό και τον κάμπο με τις αθασιές και τ’ αμπέλια ως πέρα που τα όρη έκρυβαν τον ορίζοντα. Οι υπόλοιπες κάμαρες δεν είχαν παράθυρα αλλά μόνο μια-δυο τρύπες για εξαερισμό.
Στο απαλάτι υποδέχονταν τους ξένους και τις εγγονές όταν κατέφθαναν από την πόλη για να μείνουν στο χωριό. Εκεί, η γιαγιά Στασού στόλιζε τα κεντήματα και τα τραπεζομάντηλά της, έστρωνε τις μονές με τα ταϊστά σεντόνια, τις δαντέλες και τα σκεπάσματα από σμιλί. Στη βιτρίνα είχε στολισμένα τα φλιτζανάκια της τα καλά, τα ασημένια κουταλάκια και τα πολύχρωμα βάζα με το γλυκό του κουταλιού.
Ο παππούς ήταν μέγας συλλέκτης «έργων τέχνης» που κρεμόνταν όχι μόνο στο απαλάτι αλλά σε όλες τις κάμαρες του σπιτιού χωρίς να εφάπτονται στον τοίχο αφού με ειδική κατασκευή από σπάγκο κρέμονταν με κλίση προς τα κάτω. Τα κάδρα του ο παππούς τα είχε αγοράσει από πανηγύρια που γίνονταν στα γύρω χωριά ή από τον πλανόδιο πραματευτή που περνούσε αραιά και πού από το απομονωμένο χωριό του.
Στο σπίτι «γκαλερί» μας κοιτούσαν γυρτοί από πάνω μας, ο εθνάρχης Μακάριος, η βασιλική οικογένεια της Ελλάδος και οι παππούδες στη μία και μοναδική γαμήλια φωτογραφία. Η γιαγιά με το καλό της το φουστάνι και παππούς με γιλέκο και σακάκι ενώ από κάτω φορούσε τη βράκα του. Δίπλα τους στον τοίχο, μας χαμογελούσαν οι γονείς, η μητέρα με λευκό βικτωριανό νυμφικό και πέπλο και ο πατέρας με κουστούμι και παπιγιόν. Στους τοίχους έβρισκες ζωγραφιές ανατυπωμένες σε χαρτί με τις τρεις Χάριτες, έναν αητό που πετούσε κρατώντας ένα αρνάκι στα νύχια του, ανατυπώσεις φωτογραφιών από το Ρίο ντε Ζανέιρο, τη Βενετία και το Τρίγωνο της Βερμούδας. Τόποι και χώρες των οποίων τα ονόματα δεν γνώριζαν, ούτε θα επισκέπτονταν ποτέ.
Ανάμεσα σ’ αυτά δέσποζε ένας πίνακας από λαδομπογιά που απεικόνιζε σε μαύρες και γκρι αποχρώσεις ένα σκοτεινό βόρειο τοπίο με πυκνή βλάστηση. Ένα ποταμάκι κυλούσε απειλητικά τα νερά του κάτω από το γεφύρι, χωρίς καμιά ανθρώπινη παρουσία. Ούτε οι ανεράδες θα ήθελαν να λουστούν στα σκοτεινά αυτά νερά. Ο παππούς τον είχε αγοράσει από ένα πραματευτή και αποτελούσε πλέον το highlight της συλλογής του, έτσι που όλοι στο χωριό τον θαύμαζαν για τη χρυσή σκαλιστή του κορνίζα.
Μια μέρα, μες στο καμίνι του άνυδρου καλοκαιριού, ανήμερα της μεγάλης γιορτής και της πανήγυρης της Κοίμησης της Παναγίας, μες στους πολλού ξένους που επισκέφθηκαν το χωριό, ήταν κι ένας φιλόλογος που είπε πως ο πίνακας ήταν πραγματικός και μάλιστα μπορεί και να είχε μεγάλης αξία. Στο τέλος των διακοπών τον κατεβάσαμε μαζί μας στην πόλη. Η μητέρα τον κρέμασε στο σαλόνι ανάμεσα στα κάδρα που είχε κεντήσει η ίδια με πολύχρωμα μουλινέ, βελονιά τη βελονιά, μέχρι να ολοκληρωθεί η τελική εικόνα. Τοπία με λίμνες και κύκνους σε βόρειες χώρες, μπαλαρίνες και βάζα με λουλούδια κοσμούσαν τη σαλοτραπεζαρία.
Το σπίτι ήταν ανάστατο εκείνη τη μέρα εν όψει της άφιξης ενός ζωγράφου που θα αξιολογούσε τον πίνακα. Η γιαγιά είχε φτιάξει κούπες, μπουρέκια και δάκτυλα για να τον κεράσει. Μια κούρσα στάθμευσε έξω από το σπίτι μας απ’ όπου κατέβηκε ένας ξανθός άντρας με γαλάζια μάτια, ντυμένος με λινό λευκό κουστούμι. Μπήκε στο σαλόνι με τον καπνό της πίπας του να απλώνεται σαν ομίχλη μπροστά από το σκοτεινό τοπίο του πίνακα. Έμεινε εκεί συλλοϊσμένος να τον περιεργάζεται.
Τον περιμέναμε έξω, μικροί και μεγάλοι, όπως οι συγγενείς που στέκονται με αγωνία στο διάδρομο του μαιευτηρίου, μέχρι να βγει ο γιατρός για ν’ ανακοινώσει πως ο τοκετός πήγε καλά πως και τόσο το βρέφος όσο και η μητέρα χαίρουν άκρας υγείας. Παίρνοντας ένα ιδιαίτερα σοβαρό ύφος ανακοίνωσε στα εγγλέζικα πως ο πίνακας δεν είχε καμιά αξία. Η μυρωδιά από τον καπνό της πίπας του ζωγράφου, αιωρείτο στα έπιπλα και τις κουρτίνες της σάλας για πολύ καιρό, θυμίζοντάς μας το πέρασμα του και τις διαψεύσεις των προσδοκιών μας. Ο σκοτεινός πίνακας με τη χρυσή κορνίζα επέστρεψε κάποια στιγμή πίσω στο απαλάτι, στο χωριό των παππούδων, φωτίζοντας ακόμη το πετρόχτιστο σπίτι και φέρνοντας στη μνήμη ιστορίες από χρόνους περασμένους.
dena.toumazi@gmail.com