Όλες οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιούνται αυτή την εβδομάδα καταγράφουν μια συγκεκριμένη τάση εντός της κυπριακής κοινωνίας η οποία ωστόσο δεν είναι σίγουρο εάν θα αποτυπωθεί στην κάλπη την 9η Ιουνίου.

Κάποιοι, από την άλλη, υποστηρίζουν πως οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν εργαλείο καταγραφής του τι πιστεύει ένα εκλογικό σώμα αλλά χρησιμοποιούνται ως εργαλείο επηρεασμού του εκλογικού σώματος προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Μπορεί να αναλώσουμε πολλές ώρες συζητώντας τα υπέρ και τα κατά των δημοσκοπήσεων, τι μπορεί να κρύβουν, να ψάχνουμε για σκιές και να αναζητούμε θεωρίες συνωμοσίας. Όπως βεβαίως μπορούμε να αναλώσουμε άλλες τόσες ώρες συζητώντας και αναλύοντας τα διάφορα παίγνια που επιχειρούνται μέσω των λεγόμενων σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, και εάν αυτό αποσκοπεί σε ενημέρωση ή ρυμούλκηση του εκλογικού σώματος.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, όταν κοιτάζει κανείς μια δημοσκόπηση (την όποια δημοσκόπηση) πέραν από την ανάλυση του δημοσκόπου, η οποία κατά κανόνα στηρίζεται στην εξήγηση των αριθμών που έχει ενώπιόν του, θα πρέπει να προσέξουμε δύο ακόμα στοιχεία. Το πρώτο βεβαίως είναι πάντα μπροστά μας στις οθόνες των τηλεοράσεων και είναι οι εξηγήσεις και οι ερμηνείες που δίνει ο εκπρόσωπος ενός εκάστου κόμματος.

Το δεύτερο, και ενδεχομένως πιο σημαντικό, είναι η ατομική άσκηση που έχει να κάνει ένας έκαστος εμάς που ενδιαφέρεται για τις δημοσκοπήσεις και θέλει να τους κάνει μια προσωπική ανάγνωση. Και το πλέον εύκολο πράγμα σε μια τέτοια άσκηση είναι η κοινή λογική. Να τη δούμε στη βάση του τι εμείς οι ίδιοι εισπράττουμε στο χώρο όπου κινούμαστε, εργαζόμαστε, ή πίνουμε τον καφέ μας, χωρίς να την περνάμε προηγουμένως μέσα από το κόσκινο των πολιτικών ή κομματικών πιστεύω που ο καθένας μπορεί να έχει.

Κοινή διαπίστωση όλων των τελευταίων δημοσκοπήσεων είναι πως ένα ποσοστό που ξεκινά από το 67% και φτάνει στο 77% δηλώνει πως έχει πρόθεση να πάει την Κυριακή 9 Ιουνίου να ψηφίσει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα έχουμε μια αντιστροφή των τάσεων σε αντίστοιχες εκλογικές αναμετρήσεις όπου η προσέλευση προς την κάλπη ήταν πολύ πιο κάτω. Η τελευταία φορά που η συμμετοχή ήταν στο 70% ήταν το 2004, στις πρώτες ευρωεκλογές. Έκτοτε υπήρξε μια πτωτική τάση στη συμμετοχή ψηφοφόρων, όχι μόνο για τις ευρωεκλογές αλλά και σε όλες τις άλλες εκλογικές αναμετρήσεις.

Μέσα στην κοινωνία βλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή λίγο πριν τις εκλογές υπάρχει μια τάση προσέλευσης στις κάλπες. Αυτό το διαπιστώνουμε συνομιλώντας ο καθένας με τον επαγγελματικό ή οικογενειακό του περίγυρο. Σε αντίθεση με το παρελθόν βλέπουμε και ακούμε ότι υπάρχει κινητικότητα για να πάει ο κόσμος στις κάλπες. Και ενδεχομένως να είναι ένα στοίχημα που κατάφερε να κερδίσει αυτή η νεοφανής πολύπλοκή διαδικασία των μικτών (ευρωπαϊκών και τοπικών) εκλογών. Ωστόσο μιλάμε για τάση και όχι για πραγματικά δεδομένα.

Αποτελεί, την ίδια ώρα, στοιχείο συζητήσεων το τι δείχνουν αυτές οι δημοσκοπήσεις (όσον αφορά τις ευρωεκλογές, που προσωπικά θεωρώ έχουν πολιτικά πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι οι τοπικές) και ποιες είναι οι τάσεις ανάμεσα στην κοινωνία. Ακούω, διαβάζω και παρακολουθώ και στις διάφορες τηλεοπτικές συζητήσεις να εκφράζονται πολλοί με έκπληξη για το τι αποτυπώνεται μέσα στην κοινωνία. Γιατί όμως να υπάρχει, αλήθεια, αυτή η έκπληξη; Μήπως αυτά που αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις δεν είναι αυτά που ακούμε ο καθένας μας καθημερινά από τους τριγύρω μας;

Μένουν όλοι έκπληκτοι γιατί ένας «τικ-τόκερ» καταγράφει υψηλά ποσοστά δημοτικότητας! Αν πάμε όμως πίσω ένα μήνα, την ημέρα της υποβολής υποψηφιοτήτων θα δούμε ότι ο συγκεκριμένος «τικ-τόκερ» έπαιξε σε όλα τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό ή υποψήφιο. Λογικό συνεπακόλουθο να δημιουργεί και μια τάση μέσα στην κοινωνία, η οποία καταγράφεται σήμερα μέσα και από τις δημοσκοπήσεις.

Αυτό όμως που μετράει, στην τελική, δεν είναι το τι απαντήσεις δίνονται σε μια δημοσκόπηση. Στις εκλογές αυτοί που μετράνε είναι εκείνοι που θα πάνε στις κάλπες για να ψηφίσουν. Εκείνων οι επιλογές/προτιμήσεις είναι που μετρούν και καθορίζουν και το αποτέλεσμα.