Διαβάσαμε μια φορά στον τύπο πως ένα περιστέρι συνελήφθη από τις ινδικές αρχές ως κατάσκοπος εφόσον βρέθηκε να μεταφέρει κάποιο μήνυμα στα κινέζικα. Μετά από μερικούς μήνες κράτησης αφέθηκε ελεύθερο από τις φυλακές. Η είδηση που φάνταζε μεν σαν ανέκδοτο ήταν καθ’ όλα αληθινή, έγινε θέμα στα δελτία ειδήσεων και ακόμη και οι εφημερίδες έγραψαν για το περιστέρι-Μάτα Χάρι. Αν το νέο έκανε απλά τον γύρο του διαδικτύου τότε μπορεί και να αμφισβητούσαμε την εγκυρότητά του, όπως γίνεται και με τόσα άλλα fake news.

Εκείνες τις μέρες ήταν που βγήκε στη φόρα το κοινό μυστικό πως στο νησί έμποροι ναρκωτικών χρησιμοποιούν ταξιδιωτικά περιστέρια για τη μετακίνηση του εμπορεύματός τους από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Η αστυνομία παρέμεινε αμήχανη ως προς τον χειρισμό των γεγονότων. Τι να κάνει εξάλλου; Να συλλάβει ένα περιστέρι ή ένα drone που κάνει delivery «πράμαν» στις κεντρικές φυλακές, μέχρι και κινητά τηλέφωνα; Έ όχι, δεν μπορεί, όπως άλλωστε αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες που τηλεφωνούν πανικοβλημένοι μες στη νύχτα για να αναφέρουν πως διαρρήκτες μπήκαν στο απέναντι σπίτι και το περιπολικό φτάνει μία-δυο ώρες αργότερα, όταν οι διαρρήκτες έχουν ήδη φύγει.

Για όσους δεν γνωρίζουν, υπάρχει ένα νησί στο ανατολικότερο άκρον της Μεσογείου που εδώ και μισό αιώνα είναι διαμελισμένο, τελεί υπό τουρκική κατοχή, ενώ οι εκτοπισμένοι ζουν στο υπόλοιπο του μισό. Η πρωτεύουσα είναι κι αυτή μοιρασμένη στα δύο, τα σπίτια των προσφύγων κατοικήθηκαν από τούρκους εποίκους, στη γη των ελληνοκυπρίων κτίστηκαν ξενοδοχεία και πύργοι ενώ υπάρχει και μια πόλη φάντασμα κλεισμένη στα συρματοπλέγματα.

Μόνο οι γάτες κυκλοφορούν στα χορταριασμένα δρομάκια της, κυνηγώντας ερπετά ενώ τα πουλιά κτίζουν φωλιές στα αιωνόβια δέντρα που επιμένουν και ορθώνονται μέσα στον χρόνο, απλώνοντας τις ρίζες τους βαθειά στη γη. Αγριοπερίστερα έκαναν φωλιές στις ακατοίκητες στέγες των σπιτιών, πετούν πάνω από την περιφραγμένη πόλη ως την αμμουδιά με τα κρίνα του γιαλού και ύστερα επιστρέφουν πίσω στα σπίτια τους. Μόνο οι πρόσφυγες για μισό αιώνα δεν μπορούν να επιστρέψουν στα δικά τους.

Οι γάτες όπως και τα περιστέρια κυκλοφορούν ελεύθερα στη μοιρασμένη πρωτεύουσα, δεν χρειάζεται να δείξουν ταυτότητα για να περάσουν από τα οδοφράγματα και κανείς δεν ξέρει αν είναι «ψευδογάτες» ή «ψευδοπεριστέρια». Στο νησί πριν μερικές δεκαετίες μεσουρανούσαν τα πεζουναρκά, οι περιστερώνες, οι πρώτες πολυκατοικίες του νησιού. Αποτελούσαν μεζέ και πρώτο υλικό για θρεπτική σούπα, ενώ στο εξωτερικό είχαν ήδη γίνει μεγάλα και τρανά σε πλατείες, αποτελώντας ατραξιόν των περιηγητών και πόλο έλξης. Όσοι περνούσαν από την Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα ή την Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία φρόντιζαν να ποζάρουν στον φακό του πλανόδιου φωτογράφου.

Έκπληκτοι και οι πρώτοι μετανάστες του νησιού στη Μεγάλη Βρετανία έβλεπαν στην Trafalgar Square πλήθος πεζουνιών να πετούν από τον ένα μαρμάρινο λέοντα στον άλλο, κάνοντας την πλατεία μαύρη τζαι γέριμη από τις κουτσουλιές τους και λευκή από τα φτερουγίσματά τους. Ενίοτε, όταν έπιαναν τα μεγάλα κρύα και οι μεγάλες πείνες, άρπαζαν κανένα ππαλαζούιν για να το κάνουν σουππούαν, να περάσουν ως παρά τζει.

Από το Δωδεκάθεο της αρχαία Ελλάδας, τον Κατακλυσμό του Νώε μέχρι και τον Χριστιανισμό υπήρξε σύμβολο ομορφιάς, αγνότητας και ειρήνης. Ακόμη και το Άγιο Πνεύμα πήρε τη μορφή της περιστεράς, εμπνέοντας καλλιτέχνες όπως ο Picasso και ο Matisse. Εμείς το τοποθετήσαμε στον θυρεό μας, όταν το νησί απαλλάγηκε επιτέλους από τον αποικιοκρατικό ζυγό και απέκτησε μετά από αιώνες σκλαβιάς την ανεξαρτησία του. Το λευκό περιστέρι με τον κλάδο ελαίας στο ράμφος συμβόλιζε την ειρήνη που δεν πρόλαβαν να χαρούν παρά μια δεκαετία και κάτι οι κάτοικοί του, με τις ενδιάμεσες δικοινοτικές ταραχές.

Το πεζούνι το είδαμε και στον κινηματογράφο, στην ξεκαρδιστική σουρεαλιστική ταινία του Σουηδού Roy Andersen, με τον μακρόσυρτο τίτλο «Ένα περιστέρι κάθισε σ’ ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του», μια σάτιρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, υποταγμένης στις ηθικές, πολιτικές και πολιτισμικές επιταγές του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Δύο πωλητές παιχνιδών για πάρτι και φάρσες περιπλανούνται σε μια πόλη, όπου αναδιπλώνονται ευτράπελες σκηνές. Καταργώντας τον χρόνο, ο σκηνοθέτης βάζει π.χ. τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο τον 12ο να διασχίζει με τα στρατεύματά του μια σύγχρονη πόλη, σταματώντας σε ένα μπαρ για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.

Οι διάφοροι κωμικοί χαρακτήρες, σοβαροφανείς κατά τα άλλα, επιδίδονται σε συζητήσεις όπου διαπραγματεύονται το απόλυτο τίποτα. Θα μπορούσαν να παρομοιαστούν και με τους υποψηφίους των «μαμούθ» δημοτικών εκλογών, με τα ψηφοδέλτια πολλαπλών χρωμάτων, υποψηφίων απείρου κάλλους, σ’ ένα νησί μισό και μικρό σαν πεζουναρκό, όπου θα μας έφταναν ένας μουχτάρης και μερικοί αζάδες. Να γιατί τα εγχώρια περιστέρια καθισμένα σε ένα κλαδί συλλογίζονται την ύπαρξη και το μέλλον αυτού του τόπου.

dena.toumazi@gmail.com