Εδώ είμαστε και πάλι! «Σαν να μη πέρασε μια μέρα», που λέει και το τραγούδι του Δημητριάδη με τους Μικρούς του Ήρωες. Που είμαστε εμείς! Των λειψών διακοπών. Διότι, έτσι προστάζουν οι καταστάσεις και το σύστημα… Αλλά, όπως λέει και το τραγούδι των Journey, που μου έχει κολλήσει τον τελευταίο καιρό, «Don’t Stop Believing». Μην σταματήσεις ποτέ να πιστεύεις…
… Σε ό,τι θέλεις. Σε ό,τι σε κάνει να νοιώθεις καλά, … όχι σε υλικά πράγματα. Αυτά, εμπίπτουν σε άλλη κατηγορία, σε άλλη ανάλυση! Σε άλλους ανθρώπους.
Για παράδειγμα, ήμουν τις προάλλες σε ένα ωραίο ιταλικό εστιατόριο στη Βουλιαγμένη. Στο διπλανό τραπέζι μια παρέα που μόλις έφτασαν τα πρώτα πιάτα, τα φωτογράφησαν και τα έστειλαν. Σχεδόν αμέσως, άκουσα μια κοπέλα να λέει «άρεσε πολύ της Ελένης, η ταλιάτα, τρελάθηκε!». «Και τι της απάντησες;», ρώτησε ένας της παρέας. «Ότι είναι yummie», αποκρίθηκε εκείνη. «Μα δεν το δοκίμασες καν», συνέχισε ο σύντροφός της. «Δεν πειράζει. Φαίνεται yummie», έκλεισε την κουβέντα. Η ψευτο-influencer της βραδιάς. Που δεν αποκλείεται σε λίγα χρόνια να γίνει και ευρωβουλευτίνα!
Α! Και προπαντός, να αποφεύγετε τις Λίστες Γάμου. Τις οποίες ποτέ δεν συμπαθούσα. Γιατί σου αφαιρούν την πρωτοβουλία και τη χαρά να επιλέξεις εσύ. Ο Κασσελάκης κι ο Μάκμπεθ μαζεύουν πράμα. Όσοι πιστοί, ελεήστε!
Πάμε στα πιο ωραία και πιο γνήσια τώρα.
Η Κύπρος, στη ζωή μου, έχει μια βαθιά, τσιγγάνικη ρίζα. Που σημαίνει ότι δεν στέριωσα ποτέ εκεί, αλλά επιστρέφω πάντα για λίγο, όταν με φωνάζουν οι περιστάσεις. Πότε τυχαία. Πότε αδέσποτα. Πότε με σύμβαση. Πότε από έρωτα. Και πότε από ανάγκη, που ποτέ μου όμως δεν προσδιόρισα.
Ο φίλος μου Τάκης Λεμπέσης, επιμελητής περιεχομένου του ιστότοπου αναφοράς sansimera.gr, μου στέλνει κάθε μέρα ένα μικρό ειδοποιητήριο σημαντικών «πραγμάτων». Υπηρεσία κομμένη-ραμμένη στα μέτρα μου, από φίλο που περπατήσαμε μαζί σε χρόνια ραδιοφωνικά, που δοκιμάζαμε τα μουσικά και πνευματικά μας όρια προτού τα κεράσουμε εν συνεχεία σε ακροατές και αναγνώστες.
Το χθεσινό ραβασάκι του μου θύμισε ότι σαν σήμερα, 20 Αυγούστου του 2008, έφευγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, ο Κύπριος συνθέτης έντεχνης λαϊκής μουσικής, Αχιλλέας Λυμπουρίδης. Αυτός έγραψε το πρώτο –και ίσως το μόνο – κυπριακό λαϊκό τραγούδι που άκουσα στη ζωή μου, από την μακαρίτισα γιαγιά μου, την Εύα, και που δεν σταμάτησα να τραγουδώ έκτοτε όταν έχω τα κέφια μου. Είναι τα «Μαύρια Μάθθκια», σε ποίηση Δημήτρη Λιπέρτη.
Το ξέρω απ’ έξω. Αλλά δεν ξέρω όλες τις λέξεις. Και για κάποιο λόγο αρνούμαι να ρωτήσω ή να ψάξω να τις μάθω. Είναι γλωσσικά διαμαντάκια που έχουν φυτευτεί μέσα μου και έχουν μια δική τους αόριστη ερμηνεία που με κάνει να νοιώθω όμορφα. Φερ ειπείν, τρελαίνομαι με το «ποζαύλιν», που ξέρω ότι είναι παρανάλωμα του πυρός, από έρωτα προφανώς, αλλά με απογειώνει ο επόμενος στίχος (αλλά και η τόσο αεράτη και ξεσηκωτική μουσική του) που λέει, «Μπήξε με στην αυλή σου, βάρμε σε μια γωνιά/ Γιατί που τη θωρκά σου, που μια μεράν ως άλλην/ μπορεί τζιαι να βλαστήσω χαρώ σε, να βρω παρηορκάν». Αριστούργημα!
Από τα 4 βιβλία που απόλαυσα στις σύντομες διακοπές μου (κάθε χρόνο και λιγότερες, δυστυχώς!), σας συστήνω σήμερα το δεύτερο.
«Ελεύθερος Σκοπευτής», του Τάκη Θεοδωρόπουλου, που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως μια περιπέτεια αυτογνωσίας, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπου ο συγγραφέας καταγράφει την εμπειρία του ως αναγνώστη. Να μερικοί από τους λογοτεχνικούς του ήρωες: Προυστ, Μπαλζάκ, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκης, Καμί, Κάφκα, Εγγονόπουλος, Σεφέρης, Μαλρό, Πεντζίκης Μακρυγιάννης και άλλοι πολλοί. Ένα απόσπασμα:
«Είχα ήδη αποφασίσει μέσα μου πως δεν ήμουν ούτε φιλόλογος, ούτε ιστορικός ούτε ανθρωπολόγος. Παρ’ όλα αυτά, τα κλασικά κείμενα με κρατούσαν στο πεδίο της βαρύτητάς τους, όπως ο πλανήτης Εγκέφαλος στο “Σολάρις” του Ταρκόφσκι ή, καλύτερα ακόμα, όπως η μορφή του Παρθενώνα στην καθημερινότητα της Αθήνας. Παράτησα τις σπουδές και το διδακτορικό και αποφάσισα ότι θα γίνω ελεύθερος σκοπευτής…».
Εικονογράφηση: Louise Camille Fenne, born in 1972 – Magic realism painter, Copenhagen, Denmark. (Picture from Omar Djaknoun, Facebook)