ΜΕΡΟΣ Β΄

Στο απόσπασμα 191 -το μακροσκελέστερο δημοκρίτειο απόσπασμα που μας παραδίδει ο Ιωάννης Στοβαίος δέκα αιώνες αργότερα- γίνεται αμέσως εμφανής η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας του Δημόκριτου. Το απόσπασμα δείχνει να αποτελεί συνέχεια του αποσπάσματος 3, καθώς εξηγεί γιατί κάποιος πρέπει να κατανοεί τις δυνατότητές του και να παραμένει σ’ αυτές:

«Διότι η ευθυμία (εὐθυμίη) στους ανθρώπους δημιουργείται με τη μετριοπάθεια της χαράς (μετριότητι τέρψιος) και τη σύμμετρη ζωή (συμμετρίῃ). Τα πράγματα που βρίσκονται σε έλλειψη ή σε υπερβολή τείνουν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις και προκαλούν μεγάλες κινήσεις στην ψυχή. Οι ψυχές που μεταβάλλονται από μεγάλα διαστήματα δεν είναι ούτε σταθερές (εὐσταθέες) ούτε χαρούμενες (εὔθυμοι). Επομένως, πρέπει κανείς να κατανοεί τι βρίσκεται μέσα στις δυνατότητές του και να αρκείται σ’ αυτό δίνοντας ελάχιστη προσοχή σε πράγματα που ζηλεύει και θαυμάζει, και χωρίς να μένει σε αυτά στο μυαλό του. Αλλά θα πρέπει να παρατηρεί τις ζωές εκείνων που έχουν υποστεί ταλαιπωρίες και να συλλογίζεται πόσο μεγάλες δυστυχίες υποφέρουν. Έτσι, αυτά που έχει ήδη θα του φαίνονται μεγάλα και αξιοζήλευτα και δεν θα επιθυμεί στο μέλλον περισσότερα ώστε να υποφέρει η ψυχή του» (Δημόκριτος, απ. 191)

Ο Δημόκριτος εξηγεί πώς θα κατακτήσει κάποιος τον δικό του σκοπό της ζωής, την ευθυμία, την ψυχική δηλαδή γαλήνη που δημιουργείται κατ’ αρχάς από το μέτρο στις επιθυμίες. Ως εκ τούτου, (1) εκείνος που θέλει να κατακτήσει μία ευτυχισμένη ζωή σίγουρα δεν θα περιμένει τα δώρα της τύχης. αλλά (2) θα πρέπει να τα αποφύγει, όσο γενναιόδωρα κι αν είναι, όταν ξεπερνούν τις δυνατότητές του. (3) Αν αισθανθεί έλλειψη -που γεννάει την επιθυμία για περισσότερα- θα πρέπει να κοιτάξει τις ζωές των άλλων που έχουν λιγότερα από τον ίδιο. Η κακή ζωή (κακῶς ζῆν) παρομοιάζεται με έναν θάνατο που διαρκεί πολύ (απ. 160). Μόνο οι ανόητοι άνθρωποι ζουν χωρίς να χαίρονται τη ζωή (απ. 200). Η χαρά όμως προέρχεται από το μέτρο. Το δημοφιλές απόσπασμα 190 κλείνει, συνοψίζοντας μια «εύθυμη» ζωή, που είναι απαλλαγμένη από πάθη.

«Έχοντας αυτό το αξίωμα (γνώμη) κατά νου θα περάσει τη ζωή του με περισσότερη ευθυμία και θα απομακρύνει τις ανησυχίες της ζωής όπως τον φθόνο, τη ζήλια και την κακή διάθεση (δυσμενίην)» (Δημόκριτος, απ. 191)

Ο Δημόκριτος θα στρέψει το βλέμμα του στους ανθρώπους της εποχής του. Όλοι αναζητούν τον πλούτο και αποφεύγουν τη φτώχεια. Ο φιλόσοφος θα προσδώσει νέα ερμηνεία στην έννοια του πλούτου, καθώς δεν μετριέται με βάση όσα γνωρίζαμε (τον χρυσό, τα σπίτια κτλ.) αλλά αξιολογείται με βάση την έλλειψη και την υπερβολή που βιώνουμε από λανθασμένες εκτιμήσεις, επειδή, δηλαδή, οι συνεχώς αυξανόμενες επιθυμίες μας γεννούν ανάγκες:

Η φτώχεια και ο πλούτος είναι ονόματα που σημαίνουν έλλειψη (ἐνδείης) και πλησμονή (κόρου). Δεν είναι πλούσιος αυτός που έχει ανάγκες ούτε φτωχός αυτός που δεν έχει» (Δημόκριτος, απ. 283)
Η ρίζα του κακού δεν είναι η φτώχεια. Σκοπός της ζωής δεν είναι ο πλούτος, καθώς δεν πρόκειται να προσφέρει μια καλή ζωή από μόνος του. Στο παραπάνω απόσπασμα, η φτώχεια αποβαίνει μια τελείως σχετική έννοια, συνυφασμένη με τις επιθυμίες. Ο Δημόκριτος απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο για να συμβουλεύσει:

«Αν δεν επιθυμείς πολλά, τα λίγα θα σου φανούν πολλά· η μικρή επιθυμία κάνει τη φτώχεια ισοδύναμη με τον πλούτο» (Δημόκριτος, απ. 284)

Η υλική φτώχεια ή ο υλικός πλούτος εξαρτώνται από τις επιθυμίες του ανθρώπου. Όσο οι επιθυμίες δεν έχουν όρια τόσο θα πληθαίνουν, θα ανανεώνονται, χωρίς να βρίσκουν αντικείμενο ικανοποίησης. Στο τέλος οι επιθυμίες μετατρέπονται σε ανάγκες, κάνοντας τον άνθρωπο δέσμιό τους:

«Η επιθυμία για χρήματα, αν δεν ορίζεται από τον κορεσμό, είναι πολύ σκληρότερη από την έσχατη φτώχεια· γιατί οι μεγαλύτερες επιθυμίες γεννούν μεγαλύτερες ανάγκες» (Δημόκριτος, απ. 219)
Αν επιθυμούμε συνεχώς περισσότερα, δεν θα ευτυχήσουμε ποτέ. Η ακόρεστη επιθυμία για όλο και περισσότερα αγαθά, αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον σε αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας που δεν θα βιώσει ποτέ. Αλλά, η ζωή είναι μικρή.

«Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ανθρώπινη ζωή είναι αδύναμη και ολιγόχρονη και γεμάτη με συμφορές και στερήσεις (ἀμηχανίῃσιν), όπως ακριβώς κάποιος θα πρέπει να φροντίζει να αποκτήσει μικρή περιουσία, ώστε η ταλαιπωρία του να μπορεί να μετρηθεί ανάλογα με τις ανάγκες του» (Δημόκριτος, απ. 285)

*Η δρ Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους (Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;) Μεταίχμιο, 2022