Παρακολουθώ με ενδιαφέρον όλα αυτά τα δίσεκτα χρόνια του Κυπριακού, τις φιλότιμες και ειλικρινείς προσπάθειες που κάνουν ομάδες πολιτών και από τις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής για να μείνει αναμμένη η φλόγα της επανένωσης.
Ο καφές που θα πιούν σε ένα στέκι όμορφο, η παρακολούθηση μαζί ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, μιας θεατρικής παράστασης ή και μιας συναυλίας ωραίας, και βεβαίως το τραπέζι που θα κάνει στο σπίτι ο «από εκεί» στην «από εδώ», αυτά τα μικρά-μικρά βήματα έχουν πετύχει απείρως σημαντικότερα πράγματα απ’ όσα οι διαπραγματεύσεις και τα ατέλειωτα πήγαιν-έλα τους.
Τον αντίλογο τον ξέρω. Τον έχω αποστηθίσει τόσο καλά, που η σύζυγός μου μού λέει πολλές φορές ότι μιλάω για το Κυπριακό στον ύπνο μου, κουβεντιάζοντας «με κάποιον Αχμέτ» ή «με κάποιαν Αϊσέ». Μια φορά, με άκουσε να συνομιλώ εγκάρδια με κάποιον «Μουσταφά». Και μάλιστα, λέει, πολύ οικεία…
Της είπα ότι μου τον γνώρισε, τον Μουσταφά, κατά πρόσωπο ο σεβάσμιος φίλος μου Νίκος Ρολάνδης, που ήταν και συμμαθητής του πατέρα της – ένας σωστός τζέντλεμαν και ευπατρίδης από τους λίγους.
Με πλημυρίζουν θετικά συναισθήματα αυτές οι μικρές επαφές, όπως τις λέω. Στο τέλος της μέρας όμως, έρχεται ένα βάρος και με πλακώνει. Διότι συνειδητοποιώ ότι, μπροστά στα «τρέχοντα» (που στην ουσία έχουν κατεύθυνση πισινή), αυτές οι «ελάχιστες» προσεγγίσεις σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, έρχεται στιγμή που αρχίζουν να φθίνουν, και χάνονται.
Όταν δεν υπάρχει μια συντεταγμένη πολιτική, που μακάρι να είναι και κοινή, έστω και εκτός πλαισίου, που να δίνει μια πρακτική υπόσταση στο «μαζί», η αγκαλιά που θα κάνουμε, το βιβλίο που θα ανταλλάξουμε, το δάκρυ που θα τρέξει σε κάποια απώλεια, καταλαβαίνεις ότι «χρειάζεται και κάτι πολύ πιο παραπάνω».
Εκεί, είναι δυστυχώς το πρόβλημα. Όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά αντίθετα ενθαρρύνεται (κυρίως με το απαθές βλέμμα της δήθεν κούρασης), το «άστο, δεν γίνεται τίποτα, τσάμπα παιδεύεστε». Έτσι, καταλαβαίνεις τότε για τα καλά, ότι ευκολότερα συντηρείται ο παραλογισμός και το στάσιμο, παρά να ενθαρρύνεται η λογική και ο αγώνας.
Την προτροπή του Αρχιεπισκόπου να εγκαταλείψουμε το Κυπριακό, ότι δήθεν «θα έρθει ο καιρός», δεν θέλω να την σχολιάσω καν, γιατί θα πω βαριές κουβέντες. Πολύ βαριές!
Θα σημειώσω μόνο, ότι το επιχείρημα που ακούω αριστερά και δεξιά, ότι η Ελλάδα ήταν υπόδουλη 400 χρόνια πριν ξεσηκωθεί κατά των Τούρκων, είναι εντελώς άτοπο να προσαρμόζεται, δέσποτα, με την σημερινή πραγματικότητα. Κύριε Ελέησον!
ΥΓ: Σαν να υφαίνεται πάλι, μια νέα προσπάθεια. Όχι λύσης του Κυπριακού. Αλλά – και θα το γράψω όπως ακριβώς οροθετείται στην διπλωματική, προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών. Μετά από πόσα χρόνια αλήθεια; Μετά από πόσες κυβερνήσεις, Θεέ μου; Κρατάει χρόνια αυτή η ξεθυμασμένη κολόνια!
Γυρίζω σελίδα.
Δημοσιογραφικά στερεότυπα. Φράσεις καρμπόν. Λέμε και γράφουμε πολλά. Και αχρείαστα. Πάρτε μια τζούρα:
«Το τάδε (θέμα ή ζήτημα) βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, ή και της αντιπαράθεσης». Δεν υπάρχει δελτίο ειδήσεων που να μην ακούσω αυτό το παπαγαλιζέ!
Δυσκολεύεται ο χρήστης να πει, για παράδειγμα ότι «Συζητήθηκε το θέμα της νεανικής παραβατικότητας, ή της επέκτασης του ωραρίου των δημοσίων υπαλλήλων».
Προς τι το επίκεντρο;
Έλεγε, ο μέγας Γάλλος συγγραφέας, κριτικός και πολιτικός ακτιβιστής Εμίλ Ζολά (1840-1902): «Είμαστε σαν τα βιβλία. Ο περισσότερος κόσμος βλέπει μόνο το εξώφυλλό μας, δηλαδή τι φοράμε απ’ έξω. Η μειοψηφία διαβάζει μόνο την εισαγωγή, και οι περισσότεροι πιστεύουν όσα τους λένε οι κριτικοί. Πολύ λίγοι γνωρίζουν όμως το περιεχόμενό μας».