Σήμερα ξύπνησα από τα πρωτοβρόχια που έπεφταν ρυθμικά και μελωδικά. Από το ανοικτό παράθυρο οι σταγόνες της βροχής έμπαιναν στην κάμαρά μου, λαμπερές και μυρωδάτες. Χύνονταν τα δάκρυα τ’ ουρανού που λυπήθηκε την άνυδρη, διψασμένη γη μα και τους ανθρώπους και τα ζωντανά. Τα δέντρα και τα φυτά δέχονταν με ευγνωμοσύνη τη βροχή που στη συνέχεια έγινε ένας βίαιος, ακατάπαυστος λυγμός. Έριχνε πια «σιονωτά», τα δέντρα λύγιζαν από τον άνεμο, τα φύλλα τους στροβιλίζονταν από τη μιαν αυλή στην άλλη, ενώ πολλά κατέληγαν στον δρόμο που σχημάτιζε ένα ορμητικό ποταμάκι, παίρνοντας στο πέρασμά του κλαδιά, πλαστικά, τενεκεδάκια και άλλα άχρηστα αντικείμενα.

Οι σειρήνες της πυροσβεστικής δεν σταματούσαν ν’ αντηχούν στην πόλη και η χαρά της πολυπόθητης βροχής που δεχτήκαμε σαν ευλογία μετά από μια χρονιά ανομβρίας και ένα αλύπητο, καυτό καλοκαίρι, μετατράπηκε σε αγωνία. Αν κάποιοι άνθρωποι είχαν εγκλωβιστεί στα αυτοκίνητά τους ή σε σπίτια και υποστατικά που είχαν πλημμυρίσει;

Σαν κόπασε η καταιγίδα βγήκε και πάλι λαμπρός ο ήλιος, αναδεικνύοντας τον Νοέμβριο μες στο μεγαλείο του, με το απαλό κατευναστικό χρυσαφί του φως που σχηματίζει σκιές τα δειλινά. Η πόλη άρχισε να αποκτά τον γνωστό της Σαββατιάτικο ρυθμό, τα καταστήματα άνοιξαν, οι καφετέριες και τα πεζοδρόμια γέμισαν με κόσμο και οι δρόμοι με τα μηχανάκια και τα μοτοποδήλατα των ντελιβεράδων των οποίων κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα από κάποιους ανεγκέφαλους ρατσιστές κύπριους, που τους επιτίθενται την ώρα που τρέχουν να μας παραδώσουν το φαγητό και τον καφέ μας.

Η πρωινή μπόρα σκόρπισε τις σκέψεις μου σαν φύλλα φθινοπωρινά, μεταφέροντάς με στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων, τότε που η γιαγιά Δέσποινα, δέσποινα του σπιτιού, καθάριζε, μαγείρευε, φύτευε, κεντούσε και κερνούσε τους ξένους μας καφέδες, αναψυκτικά και γλυκά. Αυτή έδινε ρυθμό και παλμό στις μέρες μας, σηματοδοτούσε τις γιορτές και τις μέρες αργίας όχι μόνο με την πίστη με την οποία ήταν διαποτισμένη, αλλά και με τις γεύσεις, τις μυρωδιές, τα άνθη της, τις δοξασίες και τις ιεροτελεστίες της που έκαναν τον κόσμο και τον χρόνο να γυρίζουν και τις εποχές να εναλλάσσονται.

Τα παιδιά με τη βαθιά και ακλόνητη πίστη της, νιώθαμε ασφάλεια και σταθερότητα, γιατί «Ο θεός εν μεγάλος» και το θαύμα χωρούσε στις ζωές μας. Εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα περιμέναμε τον παπά της ενορίας να ‘ρθει να μας κάνει αγιασμό. Το άρωμα του βασιλικού διαχεόταν σ’ όλο το σπίτι αφού ο ιερέας ευλόγησε, ραντίζοντας όλα τα δωμάτια, ακόμη και το ράφι με τις κούκλες μας. Κι εγώ παρακολουθούσα την ιεροτελεστία, κρυμμένη πίσω από το φουστάνι της μάμμας. Ο πατέρας δεν ήταν ποτέ παρών γιατί οι παρακλήσεις, οι προσευχές και οι εικασίες προς το θείον ήταν καθαρά γυναικεία υπόθεση.

Αφού ευλογήθηκε κάθε γωνιά του σπιτιού και ο κήπος, η γιαγιά έψησε τους καφέδες και ο ιερέας με το γυναικολόι, θείες και γειτόνισσες, ορμήσαμε στο γαλατοπούρεκκο, κουβεντιάζοντας για τα νέα της ενορίας και της μικρής μας πόλης. Όταν ο παπά-Αντώνης σηκώστηκε να φύγει διαπιστώσαμε πως το ράσο του είχε γίνει λευκό, αφού προφανώς θα είχε αράξει στην πολυθρόνα ο γάτος μας ο Σούτης, παρόλο που η παραμονή του εντός της οικίας ήταν απαγορευμένη. Καμιά γυναίκα από την ομήγυρη δεν τόλμησε να του αποκαλύψει τι είχε συμβεί ενώ μάλιστα τις έπιασε νευρικό γέλιο καθώς ο ιερέας απομακρυνόταν με το λευκό του πλέον ράσο.

Εν τω μεταξύ πλησίαζε η μεγάλη γιορτή του Άι Γιώρκη του Σπόρου, χωρίς να πέσει ούτε σταγόνα βροχής στο νησί, έτσι ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε βγάλει εγκύκλιο να γίνουν λιτανείες σε πόλεις και χωριά. Βγήκαμε στους δρόμους οι πιστοί, οι ιερείς με τα άμφια, τις εικόνες, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ πήγαιναν μπροστά, ενώ εμείς ακολουθούσαμε μέχρι να σμίξουμε με την κάτω ενορία και το πλήθος των πιστών κατέκλυζε την οδό Γλάδστωνος.

Την επομένη άνοιξαν οι ουρανοί, οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούσαν χαρμόσυνα και οι άνθρωποι ευχαριστούσαν τον θεό, τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους που εισάκουσαν τις προσευχές τους. Ως συνήθως οι πιστοί ξεχνούσαν να επικαλεστούν ή να ευχαριστήσουν το Άγιο Πνεύμα.

Κάθε χρόνο τα πρωτοβρόχια, ξυπνούν μέσα μου θύμησες, από τα παιδικά χρόνια σ’ ένα σπίτι με χρυσάνθεμα και γάτους στην αυλή, με μυρωδιές από φαγητά και καφέ να βγαίνουν σαν μαγικά φίλτρα από την κουζίνα. Τις καπήρες με το πρώτο λάδι της χρονιάς και ελιές τσακιστές που απολαμβάναμε στην κουζίνα. Το θυμιατό της γιαγιάς όταν μας κάπνιζε κάθε πρωί και ο καπνός από το καρβουνάκι και την ελιά, έσμιγε με αυτόν από τα πρώτα πρωινά τσιγάρα που κάπνιζε ο πατέρας κι ανέβαιναν οι καπνοί πέρα κι από τα σύννεφα.

Κι η γη έσμιγε με τον ουρανό, εκεί στο ανατολικότερο νησί της Μεσογείου.

dena.toumazi@gmail.com