Πολ Κρούγκμαν, 71, Αμερικανός οικονομολόγος, καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο Σίτι της Νέας Υόρκης και αρθρογράφος στην εφημερίδα «New York Times», στην οποία διατηρεί δική του στήλη – από τις πιο διαβασμένες σε όλον τον αμερικανικό Τύπο. Το 2008 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών, «για την συνεισφορά του στη “νέα εμπορική θεωρία και γεωγραφία”». Ασχολείται ιδιαίτερα με την οικονομική δραστηριότητα σε όλο τον κόσμο, μελετώντας ιδιαίτερα τις επιπτώσεις της στις προτιμήσεις των καταναλωτών σε ένα ευρύ και ποικίλο «σύστημα και υπηρεσιών».

Στη στήλη του, γράφει για θέματα μακροοικονομικά, εμπορίου, ιατρικής φροντίδας, κοινωνικής δραστηριότητας και πολιτικής. Σε μια από τις πιο πρόσφατες, πατάει επάνω στο αξίωμά του ότι «όλο και πιο συχνά, η επιτυχία δεν εξαρτάται τόσο από ικανότητα και επάρκεια, όσο από τις γνωριμίες που έχεις». Πιο επιστημονικά, τις διασυνδέσεις σου.

Εδώ, βάζει στο κάδρο του τον Ντόναλντ Τραμπ και, «βλέποντάς» τον εκεί, κάνει μιαν αναγωγή στο έτος 2025, που θα είναι και τυπικά Πρόεδρος και θα κάνει ό,τι θέλει.

Ένα από αυτά είναι να επιβάλει υψηλούς δασμούς για εισαγόμενα προϊόντα, κυρίως από τον εμπορικό γίγαντα που ακούει στο όνομα «Κίνα». Ο Κρούγκμαν δεν δυσκολεύεται να βεβαιώσει ότι οι υψηλές τιμές προϊόντων (λόγω των δασμών), θα πονέσουν πρωτίστως τους Αμερικανούς αγοραστές.

«Ας υποθέσουμε», γράφει, «ότι είσαι ένας Αμερικανός που η επιχείρησή σου εξαρτάται από εισαγόμενα ανταλλακτικά – ας πούμε από την Κίνα, ίσως από το Μεξικό, πιθανώς απ’ οπουδήποτε. Τι κάνεις τότε;», αναρωτιέται. Και αφήνει το ερώτημα να αιωρείται μες τη σκέψη «ανθρώπων που έχουν μυαλό».

Η άποψή του είναι ότι το καίριο ερώτημα που πρέπει να θέσει και να απαντήσει κάθε λογικός πολίτης, ιδίως επιχειρηματίας, είναι εάν πρέπει να πληρώνεις εσύ αυτούς τους δασμούς; Φερ ειπείν για ένα αυτοκίνητο που θα αγοράσεις από τη Γερμανία ή την Ιαπωνία, δεδομένου ότι η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία δεν παράγει πλέον και σούπερ αυτοκίνητα. Σε αυτήν την περίπτωση, λέει ο Κρούγκμαν θα υπάρξουν δυσκολίες «και θα απειληθούν και αμερικανικές θέσεις εργασίας».

Χρησιμοποιεί τον όρο «φιλικός καπιταλισμός». Ο οποίος περιγράφει ένα οικονομικό σύστημα το οποίο χαρακτηρίζεται από στενές και αμοιβαία επωφελείς σχέσεις μεταξύ μεγάλων επιχειρηματιών και κυβερνητικών αξιωματούχων.

Αυτός ο όρος, λέει ο Κρούγκμαν, εφευρέθηκε για να περιγράψει «πώς γίνονταν τα πράγματα» στις Φιλιππίνες επί των ημερών του δικτάτορα Φέρντιναντ Μάρκος, που κυβέρνησε από το 1965 ίσαμε το 1986. Συγκεκριμένα, φωτογραφίζει μια οικονομία όπου η επιχειρηματική επιτυχία εξαρτάται λιγότερο από καλό μάνατζμεντ και περισσότερο από τις διασυνδέσεις σου με την εξουσία.

Αυτό που, στην Ελλάδα, ονομάζουμε «διαπλεκόμενα συμφέροντα».

Στην Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, η Διεθνής Διαφάνεια εκτιμά ότι περισσότερο από το 25% της οικονομίας της χώρας ελέγχεται από επιχειρήσεις που έχουν στενούς δεσμούς με το κυβερνόν κόμμα.

«Φοβάμαι», καταλήγει ο Κρούγκμαν, «ότι αυτός ο “φιλικός καπιταλισμός” έρχεται τώρα και στην Αμερική. Ένα σύστημα που ανταμείβει επιχειρήσεις στη βάση των πολιτικών τους διασυνδέσεων, είναι σίγουρο ότι θα βάλει φρένο στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας».

Η λέξη της χρονιάς, που επέλεξε φέτος το περιοδικό «Economist» είναι η λέξη «κακιστοκρατία» – αγγλιστί (αν και είναι εξ ολοκλήρου ελληνικότατη!) «kakistocracy». Με αυτήν, το περιοδικό στοχεύει άμεσα στα πρόσωπα που παίρνουν χαρτοφυλάκια στη νέα κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά σημαδεύει επίσης και τα πολλά «αρπαχτικά της εξουσίας και των θεσμών» που μπορούν, κυριολεκτικά, να κάνουν ό,τι θέλουν…