Ντόρος για το τίποτα… Η επιθυμία του «Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» και ο ρεαλισμός της πρόσκρουσης στο ΝΑΤΟ γιοκ…, εκτός και αν ενδώσουμε στις πλέον παράλογες απαιτήσεις της Άγκυρας.

Το ερώτημα που απασχολεί τελευταία την κυπριακή πολιτική σκηνή και παράλληλα έριξε το σπινθηράκι και της διχόνοιας (σ’ αυτό το κομμάτι είμαστε από τους πλέον επιρρεπείς, δεν χρειαζόμαστε ούτε καν φλόγα για να πάρουμε και ν’ άψουμε) είναι η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη, η τροφή που έδωσε σε αναλυτές, που κατά τα άλλα είναι γνώστες του αντικειμένου, να φιλοσοφούν υποθετικά αναβιώνοντας συζητήσεις καφενείων για ένα αμφιλεγόμενο ως προς την ουσία αντικείμενο που περνά από συμπληγάδες.

Η συζήτηση λοιπόν ξεκίνησε μετά από μια δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, περί βολιδοσκόπησης των ΗΠΑ «για το πώς μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να αξιοποιήσει ευκαιρίες έτσι ώστε, όταν όλα είναι στη θέση τους, η Κύπρος να μπορεί να γίνει κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ». Η δήλωση του Προέδρου έδωσε το έναυσμα μιας εσωτερικής και προφανώς ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων (ΔΗΣΥ – ΑΚΕΛ) για τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας.

Δεν θα εστιάσω στη φιλοσοφία της ορθότητας του προσανατολισμού, ένα θέμα καθαρά κομματικής υπαρξιακής προσέγγισης, αλλά, στη ρεαλιστική πτυχή του αντικειμένου. 

Κατ’ αρχάς, ως προς τον χρόνο της ένταξης, ο Πρόεδρος εστίασε στο «όταν όλα είναι στη θέση τους». Ακόμη και να θεωρηθεί ως αυτονόητη η τοποθέτηση, παρατηρείται μια αοριστολογία με αδιευκρίνιστο ορίζοντα και ομοιότητα με τη φράση «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι»!

Ως προς την υλοποίησή της αν και εφόσον κληθούμε επί της ουσίας να αποφασίσουμε κάτι τέτοιο, ασφαλώς το δίλημμα για κάποιους ίσως να είναι απλό και για κάποιους τεράστιο με ορατό το ενδεχόμενο αναβίωσης ενός διχασμού όπως και την περίοδο του Δημοψηφίσματος του 2004. Αιτία του διχασμού, πέραν από την προαναφερόμενη ιδεολογικοπολιτική, η ανάμειξη της Τουρκίας και το Κυπριακό, γιατί, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ περνά από την Άγκυρα και την καθιστά αδύνατη χωρίς το τουρκικό «ΝΑΙ».

Ρεαλιστικά ομιλούντες και γνωρίζοντας την πολιτική της Τουρκίας είναι προφανές ότι για τη συγκατάθεσή της θα απαιτήσει γη και ύδωρ με χωρίς προηγούμενο. Το ερώτημα είναι αν η δική μας πλευρά είναι διατεθειμένη να υποκύψει στις ορέξεις του κατακτητή.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η στρατιωτική συμμαχία λαμβάνει τις αποφάσεις της με συναίνεση. Οποιαδήποτε από τις 32 χώρες – μέλη της μπορεί να ασκήσει ΒΕΤΟ σε ένα νέο μέλος. Στην τελευταία διεύρυνση του ΝΑΤΟ –πριν από ενάμιση περίπου χρόνο- με τις υποψηφιότητες ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας, δύο χώρες, εν ολίγοις, αδιάφορες για την Τουρκία, ο Τούρκος πρόεδρος «μυρίζοντας αίμα…», έκφρασε την αντίθεσή του, ενεργοποιώντας τον μοχλό πίεσης παραχωρήσεων από τους συμμάχους της και δη από τις ΗΠΑ. Με το φθηνό αιτιολογικό της υποτιθέμενης υποστήριξης των δύο χωρών σε Κούρδους μαχητές και άλλες ομάδες που η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι απειλούν την εθνική της ασφάλεια, για τη συναίνεσή της πρόβαλε διάφορες απαιτήσεις για τις οποίες τα ανταλλάγματα παρέμειναν άγνωστα.

Στο διά ταύτα, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί τα σκληρά «παζάρια» της Άγκυρας που προφανώς θα έχουν να κάνουν με τις πλέον παράλογες απαιτήσεις όσον αφορά τη λύση του Κυπριακού; Γιατί στην προκειμένη περίπτωση η Τουρκία θα εστιάσει τα ανταλλάγματα στη λύση του Κυπριακού και τα ελληνοτουρκικά.