Το θερινό αναψυκτήριο προσφέρει τα καλοκαίρια στους περαστικούς και στους κολυμβητές δροσιά και ευεξία με τους ευφάνταστους φρέσκους χυμούς του, μια τέλεια ανάμειξη φρούτων, μπαχαρικών, ακόμη και λαχανικών. Οι «καφεδόβιοι» βέβαια σταματούν εκεί για το φραπέ ή άλλα είδη καφέδων. Το περίπτερο, γιατί στην ουσία περί αυτού πρόκειται, φτιάχνει και milk-shake, παγωμένο τσάι, πουλά αναψυκτικά, μπύρες και παγωτά.

Κάτω από τις ακακίες και τα αρμυρίκια οι θαμώνες κάθονται σε πάγκους και σε πτυσσόμενα καρεκλάκια που διαθέτει ο ιδιοκτήτης, τα οποία ανοίγουν κάτω από το δέντρο της αρεσκείας τους. Αρμυρίκι ή ακακία; O ίσκιος ενός δέντρου ακόμη και μες στον καύσωνα και στην άπνοια, προσφέρει παρηγοριά, ειδικά στον κόσμο που φτάνει ως εδώ με τα πόδια, το ποδήλατο, τα πατίνια ή μ’ ένα σκουτεράκι, αφού δεν υπάρχει τρόπος πρόσβασης με το αυτοκίνητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας συχνάζουν εδώ από τον Μάη ως τον Νοέμβρη, ανομοιόμορφες ομάδες κόσμου: μαθητές, φοιτητές, νέοι και εργαζόμενοι, κάνοντας ένα σύντομο διάλειμμα από τη δουλειά τους, γονείς με παιδάκια και ηλικιωμένοι. Πιάνουν την κουβέντα μεταξύ τους ενώ κάποιοι αφήνονται στον ρεμβασμό και άλλοι σε αναγνώσεις της εφημερίδα ή του βιβλίου τους.

Οι κολυμβητές βουτάνε και στη συνέχεια χάνονται πίσω από τους βραχίονες, πέρα ως τα αγκυροβολημένα φορτηγά πλοία. Άλλοι μουλιάζουν με τις ώρες, ακίνητοι στη θάλασσα, ενώ από μακριά δεν ξεχωρίζεις αν πρόκειται για ανθρώπους ή σημαδούρες. Τα παιδάκια τρέχουν στα ρηχά ή κτίζουν πύργους στην αμμουδιά ενώ πιο πέρα κατά μήκος της ακτής υψώνονται πανύψηλοι πύργοι-πολυκατοικίες.

Κάποτε οι ηλικιωμένοι θαμώνες υπήρξαν παιδιά και η ίδια αμμώδης παραλία ήταν γεμάτη χοντρά βότσαλα, «τσιακκίλες», οπότε οι λουόμενοι έπρεπε να περάσουν από αυτές τις Συμπληγάδες ώστε να βουτήξουν στη θάλασσα. Για να φτάσεις στο τοπούδι αυτό, πρέπει να σταθμεύσεις σε παρόδους κοντά στον ζωολογικό κήπο. Ενώ περιμένεις το πράσινο σήμα στη διάβαση πεζών, «ποσιεπάζοντας» ανάμεσα στο κάγκελο, βλέπεις σαν σε οπτασία: ροζ φλαμίνγκο, γαϊδουράκια, αγρινά, σουρεάλ εικόνες από μια γήινη κιβωτό, κρυμμένη στην καρδιά της πόλης κάτω από τα αιωνόβια δέντρα.

Παρόμοιο υπερρεαλιστικό σκηνικό ενός ορεινού χωριού όπου ο μουχτάρης σκέφτηκε να τοποθετήσει ψεύτικα ζώα, ένα κροκόδειλο έξω από τον καφενέ, μια ζέβρα έξω από το παντοπωλείο ή ένα λιοντάρι στην είσοδο της εκκλησίας. Η αφρικάνικη σαβάνα σε όλο της το μεγαλείο, σ’ ένα χωριουδάκι που οι κάτοικοί του δεν είχαν δει μέχρι τότε άλλα ζώα πέρα των εγχώριων γαϊδουριών, γατιών και σκυλιών ή των οικόσιτων γουρουνιών.

Το υπέροχο νησί μας με τις αντιθέσεις, τις υπερβολές, τις τρέλες και τις παραξενιές των ανθρώπων, που από το άροτρο και το τράκτορ βρέθηκαν να οδηγούν λιμουζίνες, έστω και μεταχειρισμένες και σε άθλια κατάσταση, φτάνει να τραβάς την πόζα σου! Από τον καφέ στη χόβολη βρεθήκαμε να πίνουμε freddo espresso, να δουλεύουμε σε εταιρείες forex, να ντυνόμαστε από ιταλικούς και γαλλικούς οίκους μόδας και να δειπνούμε σε γιαπωνέζικα και fusion εστιατόρια.

Το πανέμορφο, υπέροχο νησί μας, που από αρχαιοτάτων χρόνων όλοι οι ξένοι ήθελαν να κατακτήσουν. Χάρη στους ανθρώπους του, που ζούσαν σε κακοτράχαλα βουνά και άνυδρες πεδιάδες, με το πείσμα, το γινάτι τους και την αγάπη τους για τη γη, επιβιώσαμε σαν λαός και σαν έθνος. Δεν χάσαμε τη θρησκεία μας, τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, αντέχοντας για αιώνες ολάκερους τον ζυγό του κάθε κατακτητή.

Σήμερα τα ξεπουλούμε από μόνοι μας και αλλοτριωνόμαστε. Στα χωριά μας στήνονται τις γιορτές «εικονικά» χριστουγεννιάτικα χωριά, απ’ αυτά που συναντάς στη Λαπωνία ή σε βόρειες χώρες. Σκηνικά χωριών, μέσα σε πραγματικά χωριά, όπου ακούμε το Jingle Bells και τις ορχήστρες καθώς και τις χορωδίες να τραγουδούν, “Holly Jolly Christmas”. Όλα φαντάζουν το ίδιο ξένα, όσο κι ένα λιοντάρι ή μια μια κοάλα σε ένα χωριουδάκι στην κοιλάδα της Σολιάς.

Σήμερα το παράκτιο περίπτερο έκλεισε, ως το επόμενο καλοκαίρι. Άδειασαν τα ψυγεία και οι καρέκλες φορτώθηκαν σ’ ένα φορτηγάκι. Ο νεαρός κέρασε στην ηλικιωμένη κυρία ένα ζεστό καφέ αποχαιρετώντας την, μη ξέροντας αν θα επέστρεφε το επόμενο καλοκαίρι, αν θα έπιανε δουλειά σε μια επενδυτική εταιρεία που όπως είπε «έχει λεφτά τούτη η δουλειά, μα δεν έχει θάλασσα».

Κάποιοι θαμώνες ακόμη και τον χειμώνα σε μέρες καλοκαιριάς θα επιστρέφουν στον ίδιο τόπο, με το δικό τους πτυσσόμενο κάθισμα στον ώμο ή θα κάθονται στα ξύλινα παγκάκια του δήμου, αναζητώντας ήλιο αντί σκιά εν αντιθέσει με τα καλοκαίρια. Παρέα με τα κύματα που σπάνε στην ακτή, θα ταΐζουν τους γλάρους, τα σπουργίτια και τα περιστέρια. Οι κάτοικοι της παραθαλάσσιας πόλης χαίρονται τις βόλτες τους, ζώντας το δικό τους «όνειρο στο κύμα», ανήκοντας σε μια δική τους «περιπατητική σχολή».

Καλή νέα χρονιά με φως, περπατήματα και περιδιαβάσεις!

dena.toumazi@gmail.com