Οκτώ γέννες έκαμε συνολικά η Αλισαβού, τρεις αρσενικούς και πέντε κόρες από τις οποίες καμιά δεν επέζησε. Άλλες γεννιούνταν πεθαμένες, ούτε το κλάμα τους δεν το είχαν ακούσει και άλλες σε βρεφική ηλικία. Τις έκλαιγε και τις μοιρολογούσε, ανακαλώντας τη μαύρη μοίρα τους, κάποιες έφυγαν αβάφτιστες, ούτε κανονική κηδεία και ταφή δεν δικαιούνταν να τους κάμουν, ούτε ένα σταυρό στον οποίο να χαράξουν τ’ όνομά τους. Μα ποιο όνομα αφού σε κάποια από τα κορίτσια δεν πρόλαβαν να τους δώσουν ούτε να τα δηλώσουν στα ληξιαρχεία. Ήρθαν κι έφυγαν από τη ζωή σαν την αστραπή πριν προλάβουν να ζήσουν, χωρίς ν’ αφήσουν τίποτα πίσω τους, ούτε καν μια φωτογραφία.

Κατά τους εννιά μήνες που τις κουβαλούσε μέσα της δεν άλλαζε σε τίποτε η καθημερινότητά της, αφού ως τη στιγμή που θα άρχιζαν οι πόνοι αυτή ανεβοκατέβαινε τα βουνά και τα λαγκάδια έσπερνε, πήγαινε στη βρύση να φέρει νερό, κατέβαινε ως στον ποταμό για να πλύνει, τρυγούσε ζύμωνε και μαγείρευε. Επιπλέον φρόντιζε τα κατάκοιτα πεθερικά της ενώ μεγάλωνε τους τρεις γιους της. Οι ζαλάδες, οι αδιαθεσίες και οι αναγούλες κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης ήταν προνόμιο μόνο των γυναικών των αστών και της τάξης των προυχόντων. Οι αγρότισσες ξάπλωναν και γεννούσαν στο αμπέλι ή στον ποταμό την ώρα που κτυπούσαν τα ρούχα στα βράχια. Έσπαζαν τα νερά τους και τα έπαιρνε κι αυτά το ποτάμι μαζί με το κλάμα του νεογέννητου.

Χρόνια σκληρά και πέτρινα, φτώχεια και πείνα. Η Αλισαβού μεγάλωσε ακούγοντας τρομακτικές διηγήσεις από την εποχή της Τουρκοκρατίας, τότε που εχώναν τες κόρες μες στα λαγούμια τζαι μες στους σπήλιους, μεν τες δουν τζαι πιάσουν τους τες οι Τούρτζοι. Έτσι εκάμναν τζαι με τες νύμφες οι αθεόφοβοι. Κάποτε άμαν είχαν γάμο στο χωρκό, που τες λλίες φορές που οι άνθρωποι εγιορτάζαν τζαι εσιαίρουνταν, ακούαν ποδοβολητά αππάρων που πέρα. Έρκετουν ο αγάς ν’ αρπάξει τη νύμφη τζαι να ππέσει μιτά της, προτού την φέρει πίσω του γαμπρού.

Τζ’ ύστερα επιάσαν τον τόπον οι Εγγλέζοι, εκάμαν τζαι τραινούιν για να κατεβάζουν τα μεταλλεύματα στη θάλασσα, να τα φορτώνουν μονομιάς στο καράβι τζαι να τα πουλούν σε άλλους τόπους. Ο τόπος τους ούλλον βουνά. Που μες την τζοιλιά τους έφκαινε ο χαλκός τζιαι ο αμίαντος. Τζαι τζει κάτω στην μερκά που βουττά ο νήλιος, ήτουν η θάλασσα. Γυρόν-γυρόν μας έσιει θάλασσαν ακούεις. Μα πολλοί βουνίσιοι έφυγαν από τη ζωή χωρίς να τη δουν ποτέ μα και άλλοι που την είδαν είπαν πως αροθυμήσαν.

Οι αρσενιτζοί ετζερνούσαν τζ’ εγιορτάζαν στον καφενέν άμαν η γεναίκα τους έκαμνεν τους τον γιον, τζαι όσοι εμπορούσαν έσφαζαν τζαι ένα ριφούι τζ’ εβάλλαν το στες σούβλες ή στο φουρνίν. Αλί τους άλλους τους γέριμους που η γεναίκα τους έκαμε τους πάλε κόρην, εσιύφκαν την κκελέν τους, αντρέπουνταν τζαι εκάμναν τους λοαρκασμούς τους που μέσα τους. Ίνταλος εν τα φκάλουν πέρα τζαι να την προιτζίσουν τζαι τούτην; Εν θα φκούν πουπάνω. Άλλοι έπιναν ζιβάνα να πάει κάτω ο καμός, άλλοι εξιτιμάζαν τζαι εδέρναν τη γεναίκα τους άμαν επηαίνανν έσσω.

Η Αλισαβού με το βλέμμα ανυψωμένο στον ουρανό ερωτούσεν τον Πλάστη αλλά τζαι τον παπά, τι αμαρτίες έκαμε για να γεννά κόρες, την μιαν πίσω που την άλλη; Τζαι ο παπάς έλεεν της πως ο θεός εν μεγάλος τζαι εν τα την βοηθήσει να τες μεγαλώσει τζαι εν να βρεθεί τζαι τούτους η τύχη τους άμαν έρτει η ώρα. Τα κορίτσια της όμως δεν έμελλε ούτε να ποσαραντώσουν και αυτή τα τύλιγε στα σπάργανά τους, ένα τόσο δα μπογαδάκι και τα έθαβε με τα δυο της χέρια, αβάφτιστα ακόμα. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως επότιζεν τα ζιβανία τζαι επεθανίσκαν στον ύπνο τους. Γιατί καλό οι γιοί που εφκαίναν που μέσα της εζιούσαν, επερνούσαν που τόσες αρρώστιες τζαι πάλε εγίνουνταν σαν τους αππάρους;

Στα χωριά τα μυστικά είναι κοινά μα κανείς δεν τα μαρτυρά. Ψίθυροι έφταναν στ’ αυτιά του μουχτάρη τζαι των αζάδων που έπρεπε να αναφέρουν τες γεννήσεις τζαι τους πρόωρους θανάτους. Μα εν ήθελαν να μπλέξουν με τους Εγγλέζους χωροφύλακες, να μεν πατήσουν τα πόδκια τους μες στο χωρκό τους οι καστρίσιηδες. Καλή γεναίκα μα βασανισμένη η Καττού, έσιει μάνα που θέλει να σκοτώσει τα μωρά της σιόρ;

Ο χρόνος εξανεμίζει τα κοινά μυστικά εκεί στα ψηλά, στα άρκα όρη που μέσα στην απέραντη σιωπή και τη μοναξιά τόσων αιώνων παίρνουν τη μορφή θρύλου. Οι χαμένες ψυχές ζωντανεύουν και επιστρέφουν σαν ηχώ μέσα από τη βουή του ανέμου, μέσα από το θρόισμα των φύλλων της συκιάς ή σαν χρυσίζουν τα στάχυα, μες στ’ αμπέλια όταν αυτά πελίσουν. Επιστρέφουν μέσα από τα άνθη της αμυγδαλιάς, λευκό και ροζ χρώμα κοριτσίστικο, που σκορπούν και πετούν μέσα στους πέντε ανέμους.