Αν κάτι φανέρωσε η δημόσια συζήτηση που αναπτύχθηκε και μονοπώλησε την επικαιρότητα τις προηγούμενες ημέρες γύρω από τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, είναι τον αυξανόμενο μανιχαϊσμό που εδράζεται στο θυμικό προβάλλοντας την απλουστευτική εικόνα μιας διαρκούς σύγκρουσης δύο αντίπαλων πλευρών που αφορμάται από τα πάθη του παρελθόντος και οδηγεί -στοχευμένα ή μη- στο να φουντώνει εκ νέου και να επικρατήσει εντέλει, ο διπολισμός.
Αν λάβουμε υπόψη ότι το 2025 οι άνθρωποι έχουμε απρόσκοπτη πρόσβαση σε κάθε λογής πληροφορία, την πολυτέλεια να ακούμε ποικίλα αφηγήματα, διαφορετικές αναγνώσεις και εκδοχές, την άνεση να προβληματιστούμε ελεύθερα, τη δυνατότητα να αναζητήσουμε, να ερευνήσουμε, να μελετήσουμε, να εμπλουτίσουμε τη γνώση, να εμβαθύνουμε σε γεγονότα, να γνωρίσουμε πτυχές άγνωστες, να προσθέσουμε ή να συμπληρώσουμε στο πάζλ της εικόνας που έχουμε και με εφόδια όλα αυτά να σχηματίσουμε άποψη, να αποδεχτούμε τοποθετήσεις, να απορρίψουμε θέσεις ή ακόμα και να τηρήσουμε επιφυλακτικότητα γ’ αυτά που ξέραμε, αποδεχόμασταν ή πιστεύαμε μέχρι τώρα, δεν θα δίσταζα και δεν θα ήταν θεωρώ υπερβολή να πω ότι ο θυμικόςτρόπος με τον οποίο αντιδρούμε στις προκλήσεις και στις επιδράσεις που δεχόμαστε -αφορισμούς, ξελαρυγγιάσματα, απολυτότητα, φονταμενταλισμό – καταδεικνύει κοινωνική οπισθοδρόμηση. Προσοχή, οπισθοδρόμηση δεν εννοώ τη μη αποδοχή της όποιας αναθεώρησης, αλλαγής αλλά τον τρόπο αντίδρασης, την a priori άρνηση για οτιδήποτε βγαίνει εκτός «πλαισίου», την απουσία διαλεκτικότητας, τη στεγανοποίηση παγιωμένων σκέψεων και αντιλήψεων, την αποστέρηση από τον νου της χαράς που του προσφέρει η δραστηριότητα του προβληματισμού.
Ξέρετε, είναι μια φράση του λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη που προσπαθώ πια να την φέρνω κατά νου όσο πιο συχνά μπορώ και να την χρησιμοποιώ ως εργαλείο και γνώμονα συμπεριφοράς και αντίδρασης (της δικής μου πρωτίστως) ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα εντυπωθεί μέσα μου, θα ενσωματωθεί και θα τίθεται αυτόματα σε λειτουργία από μόνο του ως εφαλτήριο αλλά και πλαίσιο κάθε πράξης και έκφρασης: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί ο άνθρωπος από τα τέσσερα πόδια στα δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ».
Επιπλέον, δεν θα σταματήσω να θυμίζω τη φράση που ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Φάρος μου είχε πει στη διάρκεια μιας συνέντευξης πριν από χρόνια – η οποία, σημειώστε, αφορούσε στην ύπαρξη του Θεού, στη θρησκεία, στα δόγματα: «Ότιδήποτε δεν εμπεριέχει την ποιότητα της αμφιβολίας, είναι επικίνδυνο».
Η Ιστορία ως επιστήμη μάς έχει δείξει ότι η ίδια είναι δεκτική σε τεκμηριωμένες αναθεωρήσεις, παροτρύνει μάλιστα τον προβληματισμό, την αμφισβήτηση, την έρευνα και, ασφαλώς, ότι αντέχει ακόμα και τις ανατροπές – γενικά μιλώ και όχι ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα που στάθηκε αφορμή για να γραφτεί αυτό το κείμενο.
Άλλωστε δεν είναι αυτό καθεαυτό το γεγονός που απασχολεί εδώ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούμε και η μορφή με την οποία εκδηλώνεται μια δημόσια συζήτηση -συναισθηματικά, θυμικά, διπολικά- ανεξαρτήτως αφορμής. Πόσο μάλλον, όταν η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στα social media, προκαλεί την εμπλοκή ερευνητών, ιστορικών και δημοσιογράφων που σε ελάχιστές περιπτώσεις προσέφερε κάτι ουσιαστικό και νηφάλιο σ’ αυτήν και προσλαμβάνει διαστάσεις πολιτικές με κόμματα και πολιτικούς να σπεύδουν ασθμαίνοντας, με έκδηλη ανωριμότητα και διαθέσεις πρόδηλα ψηφοθηρικές, να καρπωθούν το «δημόσιο αίσθημα» με τον ίδιο ύποπτο και προβληματικό λογικά και ηθικά τρόπο που o Γενικός Εισαγγελέας έχει κατά καιρούς προστατεύσει το «εθνικό συμφέρον».
Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο μου στον «Φιλελεύθερο» καθώς, ύστερα από 19 χρόνια – δημιουργικά, όμορφα, πλούσια σε εμπειρίες – αποφάσισα να μετακινηθώ και να ξεμουδιάσω τις κλειδώσεις μου. Με τις ευχαριστίες μου στη διεύθυνση του Φιλελεύθερου να είναι πολλές και εκφρασμένες διά ζώσης και γραπτώς, αποχαιρετώ με αισθήματα ευγνωμοσύνης για τη συνεργασία και την υποστήριξη που ως διευθυντικό στέλεχος αλλά και ως αρθρογράφος είχα όλα αυτά τα χρόνια