MΕΡΟΣ Α΄: Ελεφαντάδα στην παραλιακή οδό
Ο θείος Αρτέμης ήταν ο μεγάλος αδελφός της μητέρας μου και προστάτης της οικογένειας εφόσον από μικρό παιδί που έχασε τον πατέρα του πήρε στα σοβαρά τα τελευταία του λόγια «Εν να πάω στον ουρανό, εσύ Αρτεμούι μου εν να πάρεις τη θέση μου τζαι να προσέχεις τη μάμμα σου, τον Αθανάση τζαι την Αίγλη».
Βαρύ φορτίο στους ώμους ενός οκτάχρονου παιδιού, αυτά τα στερνά λόγια. Η μητέρα τους η Δέσποινα με τη βοήθεια της Χρυσάνθης, της αδελφής της και της γιαγιάς Πηνελόπης μεγάλωναν τα παιδιά με προσωπικές στερήσεις αλλά φροντίζοντας να μην τους λείψει τίποτα. Διέθεταν κάποια δωμάτια του σπιτιού σε νοικάρηδες για να έχουν ένα εισόδημα, ενώ η Χρυσάνθη με την τέχνη της ραπτικής έραβε φουστάνια και νυμφικά για τις πλούσιες κυρίες της πόλης. Στήριγμα είχαν πάντα την άλλη αδελφή της γιαγιάς, την Ανδριανή, ο άντρας της οποίας, ο Κώτσιος, υπήρξε μια πατρική φιγούρα.
Είχαν και τον συγχωριανό της μητέρας τους, από την Τόχνη επίσης, τον Παπαχρύσανθο και την παπαδκιά του, την Ανθοδέσμη, αποκούμπι και παρηγοριά εφόσον τα σπίτια τους βρίσκονταν ακριβώς απέναντι. Τη νύχτα ακουγόταν το εκκρεμές του κάθε σπιτιού που κτυπούσε μεσάνυχτα, με ένα λεπτό διαφορά. Αυτοί της είχαν βρει τον γαμπρό και τη γη όπου οι γονείς της έκτισαν το σπίτι της στην πόλη.
Τα τρία παιδιά γεννήθηκαν εκεί, δίπλα από την εκκλησία και το κοιμητήριο της Αγίας Ζωής, προτού ακόμη αυτή μετονομαστεί σε Αγία Ζώνη. Η πόλη της Λεμεσού έφτανε τότε από το παραλιακό μέτωπο με τ’ αρχοντικά μέχρι και την οδό Γλάδστωνος. «Μα εν να χτίσεις της κόρης σου μεσ’ τα έλη, στα κάκκαφα» έλεγαν στον Παπαρτέμη, ο οποίος όμως έκανε το καλύτερο που του επέτρεπαν τα οικονομικά του.
Άριστος μαθητής ο Αρτέμης θα μπορούσε και να είχε σπουδάσει, αλλά συνετός όπως ήταν ένιωθε υποχρέωση να δώσει την ευκαιρία αυτή στον μικρότερο αδελφό του τον ονειροπόλο Αθανάση που ζούσε με κινηματογράφο και λογοτεχνία οπότε και σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο ίδιος αρκέστηκε σε μια σύντομη φοίτηση στα οικονομικά σ’ ένα κολλέγιο στο Λονδίνο. Μέλημά του ήταν να αποκαταστήσει την αδελφή του και μόνον όταν η Αίγλη παντρεύτηκε αποφάσισε κι αυτός να κάνει τη δική του οικογένεια. Μα κι όταν απέκτησε τα δικά του παιδιά δεν σταμάτησε ποτέ να προστρέχει τη μητέρα και τα αδέλφια του τόσο σε οικογενειακά όσο και σε θέματα υγείας.
Εργάστηκε για σύντομο διάστημα ως αστυνομικός και έπειτα για την υπόλοιπη ζωή του, κάθε πρωί χειμώνα-καλοκαίρι ξυπνούσε στις πέντε και μισή το πρωί για να πιάσει το λεωφορείο που θα τον έπαιρνε στις Βρετανικές Βάσεις του Ακρωτηρίου και αργότερα της Επισκοπής όπου εργαζόταν στο οικονομικό τμήμα, αφού μιλούσε άπταιστα τα Αγγλικά. Εκεί εργάστηκε μέχρι και τη συνταξιοδότησή του χωρίς να λείψει ούτε μια μέρα από τη δουλειά, όπως άλλωστε κι ο πατέρας μου. «Μα γιατί οι άντρες εν αρρωστούν ποττέ;» ρωτούσα τη μητέρα της οποίας τα προβλήματα υγείας άρχισαν να διαφαίνονται αλλά δεν είχαν ακόμη διαγνωστεί ξεκάθαρα, με τα περιορισμένα ιατρικά μέσα που διέθετε τότε το νησί στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.
Έτσι ο θείος Αρτέμης έκανε το αδύνατο δυνατό, ξεσήκωσε θεούς και δαίμονες και παρά τα αστρονομικά για την εποχή ποσά περίθαλψης στο Ηνωμένο Βασίλειο κατάφερε να πάρει βοήθεια από την κυβέρνηση ώστε να μεταβεί η αδελφή του στο εξωτερικό. Όσα χρόνια πάλευε η μάμμα με την αρρώστια της, ο θείος ήταν πάντα κοντά της και κοντά σ’ εμάς τα παιδιά.
Τα δειλινά που δεν εργαζόταν περνούσε από σπίτι μας με τον «Ελέφαντα», έτσι ονομάζαμε το αυτοκίνητό του, μια Ford Zodiac γαλάζιου χρώματος. Έπαιζε την πουρού συνθηματικά τρεις φορές κι εμείς με την αδελφή πηδούσαμε μέσα. Καθόμασταν στο μπροστινό κάθισμα που ήταν μονοκόμματο, δίπλα από τον θείο και τους ξαδέλφους. Οι ταχύτητες βρίσκονταν πάνω στο καντράν και κάναμε «ελεφαντάδα» στην παραλιακή οδό, κάποτε φτάναμε μέχρι την αρχαία Αμαθούντα, τις Γλάστρες ή την περβόλα του θείου Κώτσιου. Μαζί με τον θείο πρωτοπήγαμε στο γήπεδο όταν έπαιζε η ομάδα μας η ΑΕΛ, ενώ μας πήρε για μία και μοναδική φορά στον ιππόδρομο στη Χώρα.
Το καλοκαίρι, μας αγόραζε παγωτό ενώ τον χειμώνα σοκολάτες. Σταματούσαμε στο Miami, το παραθαλάσσιο κέντρο το οποίο σε κάποια φάση της ζωής του όταν ήταν ελεύθερος διηύθυνε, όπου πετούσαμε «τσακίλια» στη θάλασσα. Δυστυχώς δεν μας έμαθε ο θείος να ρίχνουμε πέτρες πίσω μας! Με τα πόδια πηγαίναμε απέναντι μες στα περβόλια στο σπίτι των θείων Ανδριανής και Κώτσιου. Φεύγαμε φορτωμένοι μανταρίνια, πορτοκάλια, μπισκότα ή κέικ γεωγραφίας.
dena.toumazi@gmail.com