Όσοι σήμερα μιλούν για «πολιτικό σεισμό», για «απρόβλεπτη κατάρρευση του κομματικού συστήματος» και για «επικίνδυνη πανσπερμία στη Βουλή», μάλλον δεν έβλεπαν –ή δεν ήθελαν να δουν– τι ερχόταν εδώ και χρόνια. Η κοινωνία προειδοποιούσε. Κραύγαζε. Έστελνε μηνύματα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Με αποχή. Με ψήφο διαμαρτυρίας. Με αποστροφή προς τα παραδοσιακά κόμματα.

Και εκείνα απαντούσαν με τον ίδιο τρόπο. Με αλαζονεία και την ψευδαίσθηση ότι «θα περάσει». Δεν πέρασε όμως. Δεν θα μπορούσε να περάσει…

Η πρόσφατη δημοσκόπηση του ΡΙΚ, απλώς, επιβεβαιώνει αυτό που εδώ και καιρό διαφαίνεται: ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, τα δύο πανίσχυρα κόμματα, που κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν την Κύπρο επί δεκαετίες, εμφανίζονται καθηλωμένα στο 17% και στο 16% αντίστοιχα. Μαζί, μετά βίας συγκεντρώνουν το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος. Πρόκειται για ιστορική αποκαθήλωση. Η οποία ετοιμάζεται να γίνει με εκκωφαντικό τρόπο.

Την ίδια στιγμή, κόμματα και σχηματισμοί που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν μικροί ή δεν υπήρχαν καν –το ΕΛΑΜ, το Άλμα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και το κόμμα του Φειδία– εμφανίζονται με διψήφια ή με προοπτική για διψήφια ποσοστά. Το πολιτικό τοπίο δεν αναδιατάσσεται απλώς. Διαλύεται και επανασχηματίζεται με τρόπους που το παλιό σύστημα αδυνατεί να κατανοήσει.

Και όμως, κάποιοι συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να πρόκειται για κεραυνό εν αιθρία. Η αλήθεια είναι πολύ πιο άβολη. Τα παραδοσιακά κόμματα έσπειραν αυτή την κρίση και τώρα θερίζουν τους καρπούς της. Για χρόνια, αγνόησαν τις κραυγές της κοινωνίας. Αγνόησαν τη διάχυτη αίσθηση ότι «όλοι τα ίδια κάνουν». Αγνόησαν τη συσσώρευση σκανδάλων, την ατιμωρησία, τις πελατειακές σχέσεις, την απουσία πραγματικής λογοδοσίας. Μιλούσαν για καταπολέμηση της διαφθοράς αλλά δεν τιμωρούσαν κανέναν. Μιλούσαν για κράτος δικαίου, αλλά έκλειναν τα μάτια σε ό,τι τους εξέθετε. Μιλούσαν για μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν άλλαξαν ποτέ τις κραυγαλέες παθογένειες.

Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Ο κόσμος σταμάτησε να τους πιστεύει. Γι’ αυτό και είναι βαθιά υποκριτικό να παρουσιάζεται σήμερα η προδιαγραφόμενη «πανσπερμία» στη Βουλή ως απειλή για τη δημοκρατία. Η πολυκομματικότητα δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα. Είναι η δημοκρατική έκφραση μιας κοινωνίας, που έπαψε να εμπιστεύεται τους παραδοσιακούς της διαχειριστές και αναζητεί εναλλακτικές. Έστω και ανορθόδοξες.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι πολλά κόμματα θα μπουν στη Βουλή. Το πρόβλημα είναι ότι πολλά από αυτά που ανεβαίνουν το κάνουν όχι επειδή πείθουν, αλλά επειδή τα παλιά απέτυχαν.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη, επικίνδυνη αντίφαση της εποχής μας. Το παλιό πολιτικό σύστημα τελειώνει. Δεν εμφανίζεται, όμως ακόμη, κάτι σαφώς καλύτερο για να το αντικαταστήσει. Οι μεμονωμένες ατομικές παρουσίες, που συνοδεύονται από κάποια βιογραφικά τα οποία υπόσχονται θετική παρουσία, δεν αρκούν για να αλλάξουν ριζικά το πολιτικό σκηνικό. Ανάμεσα στην κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων και την ανάγκη για ένα νέο, σοβαρό, αξιόπιστο πολιτικό δυναμικό, διαγράφεται ένα μεγάλο κενό.

Εκείνο το οποίο προκαλεί μειδίαμα είναι ότι ήδη στήνονται από κάποιους σενάρια για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Με «μεγάλες συνεργασίες», για νέους και παλιούς… σωτήρες. Όμως, όσοι χτίζουν σήμερα κάστρα στην άμμο καλό θα ήταν να περιμένουν πρώτα τα αποτελέσματα των βουλευτικών.

Με ΔΗΣΥ στο 17%, ΑΚΕΛ στο 16% και ΔΗΚΟ στο 6% (ακόμη και με μερικές μονάδες περισσότερες για έκαστο εξ αυτών) τα παραδοσιακά κουκιά δεν βγαίνουν πια. Το πολιτικό αλφάβητο της Κύπρου αλλάζει. Και όσοι συνεχίζουν να μιλούν τη γλώσσα του 20ου αιώνα, κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η μεγαλύτερη πρόκληση για τη χώρα δεν είναι πώς θα σωθεί το παλιό σύστημα, αλλά πώς θα γεννηθεί κάτι νέο που να αξίζει. Η Κύπρος δεν χρειάζεται άλλους δημαγωγούς, άλλους τηλεοπτικούς πολιτικούς, άλλους επαγγελματίες φωνασκούντες. Χρειάζεται νέα ΣΟΒΑΡΑ και ΕΝΤΙΜΑ κόμματα. Με αρχές, με αξίες και με πραγματική διάθεση σύγκρουσης με τη διαφθορά και την ατιμωρησία.

Αν αυτό αποτύχει, τότε η σημερινή κατάρρευση δεν θα οδηγήσει σε αναγέννηση, αλλά σε παρατεταμένη αστάθεια και απαξίωση. Κι αυτό θα είναι το πιο βαρύ τίμημα που θα πληρώσει η Κύπρος.

Γιατί αυτή τη φορά, δεν διακυβεύονται απλώς ποσοστά. Διακυβεύεται το αν η δημοκρατία μας θα βρει τρόπο να ανανεωθεί ή αν θα συνεχίσει να φθείρεται, μέχρι να μην αναγνωρίζεται πια.