Το νερό δεν είναι απλώς ένα ακόμη δημόσιο αγαθό, είναι η βάση της ζωής, της υγείας και της κοινωνικής συνοχής. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, με εγγενείς γεωγραφικούς περιορισμούς και διαχρονική ευαλωτότητα στην ανομβρία, η υδατική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με επικοινωνιακές φανφάρες ούτε με τεχνοκρατικές υπεκφυγές που προσβάλλουν τη νοημοσύνη των πολιτών. Και όμως, αυτό ακριβώς επιχειρούν κάποιοι…

Οι καταναλωτές μπορεί να μη γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των υδραυλικών δικτύων, διαθέτουν όμως την στοιχειώδη λογική να αντιλαμβάνονται πότε μια θέση είναι προσχηματική. Για παράδειγμα, σε ρεπορτάζ του περασμένου Σαββάτου στον «Φ», ο ΕΟΑ Λευκωσίας προέβαλε την θέση ότι η μόνη τεχνικά εφαρμόσιμη λύση για μείωση της κατανάλωσης κατά 10% είναι η εκ περιτροπής υδροδότηση «μέρα παρά μέρα». Θέση για την οποία, δεν μιλάμε για τεχνική αναγκαιότητα, αλλά για αυθαίρετη ερμηνεία.

Η ίδια η απόφαση του Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων αναφέρεται σε μείωση παροχής κατά 10%, όχι σε διακοπή υδροδότησης. Η μείωση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί με συνεχή ροή και χαμηλότερη πίεση, πρακτική που εφαρμόζεται διεθνώς σε περιόδους λειψυδρίας χωρίς κοινωνικό σοκ. Πώς, λοιπόν, ο ΕΟΑ Λευκωσίας μεταφράζει τη μείωση σε πλήρη διακοπή; Στη μία περίπτωση ανοίγεις την βρύση και δεν τρέχει νερό, με ότι επιπτώσεις δύναται να προκαλέσει στο δίκτυο το συνεχόμενο άνοιξε – κλείσε, όπως και οι ίδιοι ισχυρίζονται. Ενώ στην άλλη περίπτωση, το νερό τρέχει αλλά με μειωμένη πίεση και στην προκειμένη 10%. Τι δεν καταλαβαίνουν; Η απάντηση δεν είναι τεχνική, είναι προφανώς πολιτική και οικονομική.

Η εκ περιτροπής παροχή δημιουργεί τεχνητά προβλήματα τα οποία ο ίδιος ο Οργανισμός επικαλείται ως επιχείρημα: Καταπόνηση δικτύου, αυξημένα κόστη, εκατομμύρια ευρώ σε ζημιές. Πρόκειται για έναν κλασικό φαύλο κύκλο. Επιλέγεις την πιο ακραία λύση, προκαλεί προβλήματα και στη συνέχεια ο διαχειριστής εμφανίζεται ως θύμα αυτών των προβλημάτων. Αν πράγματι το δίκτυο δεν αντέχει ρυθμιζόμενη πίεση, τότε το πρόβλημα δεν είναι η ανομβρία, αλλά η διαχρονική αδυναμία εκσυγχρονισμού του. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι, ποιός ευθύνεται για τις απώλειες νερού λόγω δικτύου;

Αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο. Σχετικό και πολύ σημαντικό μεν, αλλά όχι επί του παρόντος. Έπρεπε να είχε λυθεί χθες και όχι να το συζητάμε σήμερα. Καλά θα κάνουν ήδη, από αύριο να δουλεύουν και πάνω σ’ αυτό. Το θέμα όμως μας εδώ είναι η πραγματικότητα που βιώνουμε και πώς θα την αντιμετωπίσουμε; Πώς θα ανταπεξέλθουμε στην κρίση ενόψει και των καλοκαιρινών μηνών; Και όλοι πρέπει να εγκύπτουμε σε τέτοιου είδους προβλήματα, χωρίς σκοπιμότητες. Άλλωστε δεν είναι καπρίτσιο του Υπουργείου ή του/της εκάστοτε Υπουργού.

Το Υπουργείο Γεωργίας επιδεικνύει μια πιο ορθολογική και μακροπρόθεσμη προσέγγιση. Αναγνωρίζει ότι η ανομβρία δεν είναι παροδικό φαινόμενο αλλά νέα κανονικότητα, ένα φαινόμενο ανωτέρας βίας που απαιτεί πρόληψη και στρατηγικό σχεδιασμό. Οι προσπάθειες για αύξηση και σταθερή λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης και η σταδιακή προσαρμογή της κατανάλωσης αποτελούν πολιτικές ευθύνης και όχι επικοινωνίας.

Είναι δύσκολο πράγμα να μετακυλίεται το κόστος στον καταναλωτή και να τον τιμωρείς με διακοπές νερού, διαταράσσοντας την καθημερινότητά του. Είναι όμως πιο δύσκολο -και πιο τίμιο- να παραδεχτείς ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Οργανισμών, θα υποστούν απώλειες. Οι ΕΟΑ αμείβονται μέσω των παγίων και της κατανάλωσης. Ναι, μια μείωση 10% σημαίνει λιγότερα έσοδα. Όμως σε συνθήκες ανωτέρας βίας, η απώλεια αυτή δεν μπορεί να βαφτίζεται «καταστροφή» όταν την ίδια στιγμή οι πολίτες καλούνται να στερηθούν βασικά αγαθά.

Η υδατική κρίση απαιτεί ειλικρίνεια, συνεργασία και σεβασμό στην κοινή λογική. Όχι υπερβολές, όχι εκβιαστικά διλήμματα και σίγουρα όχι τεχνικούς μύθους. Αν κάτι πρέπει να αλλάξει άμεσα, δεν είναι μόνο η νοοτροπία για την ποσότητα του νερού που καταναλώνουμε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι διαχειριστές αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους. Όχι ως εισπράκτορες, αλλά ως θεματοφύλακες ενός πολύτιμου φυσικού αγαθού.