Αυτήν την εβδομάδα, οι Αριθμοί με μπέρδεψαν. Και με θύμωσαν. Μια φίλη «ευθύνεται» για αυτό. Με ρώτησε: Από τους Αριθμούς της προηγούμενης εβδομάδας στον «Φ», πες μου έναν που συγκράτησες. Ούτε έναν! Έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του αναγνώστη. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ένας αριθμός από μόνος του έχει στιγμιαία επίδραση. Η αξία του, είναι να τον … επεκτείνεις, να τον εξηγήσεις. Δηλαδή, να το μετατρέψεις σε story. Έχω μπει σε σκέψεις και πειραματίζομαι πυρετωδώς. Σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να σας παραθέσω μια Σκέψη της Ημέρας που έγραψε και εκφώνησε για μένα η Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη. Συγγραφέας και στατιστικολόγος, ζει και εργάζεται στην Πράγα έως ότου ανοίξει η Αμμόχωστος, η πόλη της, για να επιστρέψει. Αυτή η Σκέψη, λέει πολλά:
«Διαβάζω για την αθώωση των πρωταγωνιστών του βίντεο που μάθαμε να αποκαλούμε “This is Cyprus”. Και ντρέπομαι.
Για όσους ίσως δεν θυμούνται λεπτομέρειες: το “This is Cyprus” ήταν το κρυφό βίντεο που μετέδωσε το 2020 το διεθνές δίκτυοAl Jazeera, στο οποίο τότε υψηλόβαθμα πολιτικά πρόσωπα εμφανίζονταν πρόθυμα να διευκολύνουν την απόκτηση κυπριακού διαβατηρίου σε υποτιθέμενο επενδυτή με ποινικό παρελθόν.
Το ρεπορτάζ προκάλεσε διεθνή σάλο· οδήγησε σε παραιτήσεις και τελικά στον τερματισμό του προγράμματος πολιτογραφήσεων. Η υπόθεση εκδικάστηκε τα τελευταία χρόνια και κατέληξε στην πλήρη αθώωση των κατηγορουμένων· το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετήθηκαν ποινικά αδικήματα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Δεν είμαι νομικός. Δεν μπορώ να υποκαταστήσω το δικαστήριο. Το κράτος δικαίου στηρίζεται ακριβώς στο ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τον νόμο και όχι την αγανάκτηση.
Προφανώς, θα πρέπει να σεβαστούμε την απόφαση. Το ερώτημα, όμως, είναι αν οι θεσμοί μάς πείθουν ότι λειτουργούν όπως πρέπει· αν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη σε αυτούς.
Γιατί εκείνο το βίντεο –στο οποίο είδαμε, μεταξύ άλλων, τον τότε Πρόεδρο της Βουλής να υψώνει το ποτήρι και να λέει στον ενδιαφερόμενο υποψήφιο επενδυτή “This is Cyprus”, κλείνοντάς του το μάτι– δεν ήταν μια ιδιωτική στιγμή. Ήταν μια εικόνα που ταξίδεψε παγκοσμίως. Ήταν η δημόσια αναπαράσταση μιας χώρας.
Η φράση εκείνη, για πολλούς, έγινε σχεδόν κρατική ταυτότητα.
Κι όμως, το ίδιο το βίντεο που άνοιξε ουσιαστικά τη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση δεν αξιοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο στη δικαστική διαδικασία. Το γιατί ανήκει στις νομικές προϋποθέσεις που διέπουν τα δικαστήρια και δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να το κρίνω.
Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι, όταν μια υπόθεση έχει τόσο έντονη δημόσια και διεθνή διάσταση, η απόσταση ανάμεσα σε ό,τι είδε η κοινωνία και σε ό,τι μπορεί να σταθεί νομικά μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου γεννά αναπόφευκτα ερωτήματα.
Τι είναι τελικά η Κύπρος; Μια χώρα όπου τίποτα δεν αποδεικνύεται; Μια χώρα όπου η πολιτική ευθύνη εξαφανίζεται πίσω από τη νομική αθώωση; Ή μια χώρα που οφείλει να σκεφτεί βαθύτερα τι σημαίνει λογοδοσία;
Την ίδια στιγμή, ένα νέο βίντεο –αυτή τη φορά γύρω από το ταμείο που διαχειρίζεται η σύζυγος του Προέδρου της Δημοκρατίας– επαναφέρει τη λέξη “διαφάνεια” στο δημόσιο προσκήνιο. Δεν γνωρίζω αν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα. Αυτό θα το κρίνουν οι αρμόδιοι. Εκείνο που βλέπει, όμως, ο πολίτης είναι η εικόνα της εξουσίας να κινείται σε ζώνες που δεν είναι απολύτως φωτισμένες. Και κάθε τέτοια γκρίζα ζώνη συσσωρεύει δυσπιστία.
Δεν είναι θέμα ποινικού κώδικα μόνο. Είναι θέμα πολιτικού ήθους. Όταν η εξουσία περιβάλλεται από αδιαφάνεια, η ζημιά δεν μετριέται μόνο σε δικαστικές αίθουσες· μετριέται στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Και η δυσπιστία είναι πιο διαβρωτική από οποιαδήποτε καταγγελία. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η διαφθορά. Είναι η παραίτηση. Το “έτσι λειτουργείτο σύστημα”. Η σιωπηλή προσαρμογή σε μια χαμηλότερη προσδοκία.
Και όλα αυτά σε μια χώρα που έχει και την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Που μιλά για κράτος δικαίου, για διαφάνεια, για θεσμική σοβαρότητα. Δεν αμφισβητώ τη θεσμική μας θέση. Αμφισβητώ την άνεσή μας όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη.
Δεν ζητώ καταδίκες για να νιώσουμε καλύτερα. Ζητώ συνέπεια. Ζητώ να ξέρουμε ότι όταν μια χώρα εκτίθεται διεθνώς, κάτι μαθαίνει. Ότι κάτι αλλάζει. Ότι δεν επιστρέφει απλώς στην κανονικότητα σαν να μην συνέβη τίποτα. Γιατί η δικαιοσύνη δεν μετριέται μόνο με αποφάσεις. Μετριέται με την εμπιστοσύνη που αφήνει πίσω της. Σήμερα, αυτό που με πονά περισσότερο δεν είναι η αθώωση. Είναι το κενό που αφήνει».