Τώρα που η γεωγραφία «αποκαταστάθηκε» και η Κύπρος «δεν κείται μακράν», μπορεί να υπάρξει μια συνολική αναθεώρηση των σχεδιασμών. Λογικά, τώρα που ανακαλύφθηκε ότι η Κύπρος είναι πλησίον, η όποια επιστροφή στο παλιό δόγμα δεν μπορεί να γίνει. Άλλωστε τα δόγματα υπάρχουν για να ανατρέπονται!
Όλα αυτά έχουν προκύψει όταν η Αθήνα ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Λευκωσίας, με αφορμή την κρίση στην περιοχή, και απέστειλε δυο φρεγάτες- η μια είναι η καλύτερη που διαθέτει- όπως και τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη. Οι δυνάμεις αυτές ενισχύουν την κυπριακή αεράμυνα. Η κίνηση αυτή της Αθήνας, που συνιστά μια ιστορική απόφαση, μια απόφαση ουσιαστικού περιεχομένου, θα πρέπει να έχει ένα μόνιμο χαρακτήρα και όχι περιστασιακό. Σημειώνεται τούτο επειδή όταν ανακοινωνόταν η απόφαση αποστολής των δυνάμεων στην Κύπρο, τονιζόταν από την ελλαδική πλευρά αρμοδίως ότι θα παραμείνουν όσο διαρκεί η κρίση. Η μόνιμη παρουσία των ελλαδικών δυνάμεων συνδέεται με τη συνεχιζόμενη κατοχή από την Τουρκία.
Είναι σαφές πως διαμορφώνονται νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά την αποτρεπτική δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και αναφορικά με την παρουσία της Ελλάδος στην περιοχή. Γιατί είναι σαφές πως η ελλαδική παρουσία προσφέρει στην Αθήνα γεωπολιτική ισχύ. Και αυτό προσφέρεται μέσω Κύπρου. Και αυτός ο ρόλος για να έχει σημασία, θα πρέπει να υπάρξει συνέχεια. Να υπάρχει συνέχεια και σχέδιο.
Σε μια περίοδο έντονης ανακατανομής ισχύος στην ευρύτερη περιοχή, όπου οι πολεμικές συγκρούσεις επιλέγονται ως μέθοδοι επιβολής και επικράτησης, κανένα κράτος δεν μπορεί να παρακολουθεί παθητικά. Δεν συμμετέχει στις πολεμικές συγκρούσεις, αλλά αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, που συνδέονται πρωτίστως με τη διαχείριση της κρίσης αλλά και την επόμενη ημέρα. Συνεπώς, κανένα κράτος, μικρό ή μεγάλο, δεν μπορεί να αποστασιοποιείται και να αρνείται ρόλο όταν έχει τη δυνατότητα να δράσει.
Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι παρούσα στην περιοχή, ανεξαρτήτως των αδελφικών σχέσεων με την Κύπρο. Άλλωστε πολλές τρίτες χώρες επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου η Ελλάδα δεν μπορεί να απουσιάζει. Η Αθήνα, συνεπώς, αντί να διαβάζει ανάποδα τη γεωγραφία, όπως έπραττε μέχρι τώρα, για να αποφύγει «αντιδράσεις από την Τουρκία»( γιατί αυτός είναι ο μόνος λόγος), θα πρέπει να αντιμετωπίσει διαφορετικά και την Κύπρο και τη γεωγραφία. Υπάρχει ζωτικός χώρος, που πρέπει να προστατευτεί και μέσω αυτού να αναδειχθεί ο ρόλος και η γεωπολιτική σημασία των δυο κρατών.
Στην περίοδο που διανύουμε, στην εποχή που το διεθνές δίκαιο καταπατείται βάναυσα από τις πολεμικές μηχανές των ισχυρών, οι γεωγραφικές αποστάσεις μόνο ως δικαιολογία φαντάζουν. Σε τέτοιες συνθήκες, η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής είναι αναγκαία. Όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης και ύπαρξης ή μη μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής. Η Λευκωσία έχει πολλές φορές θέσει τα ζητήματα αυτά στην Αθήνα, που ξεκινούν από την αναβάθμιση των σχέσεων στον αμυντικό τομέα, αλλά και τα ζητήματα καθορισμού ΑΟΖ στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δυο κρατών. Όλα αυτά «δένουν» μεταξύ τους, καθώς αποτελούν κομμάτια του πάζλ για την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδος και της Κύπρου.
Στην Κύπρο έχουν υποδεχθεί την ελλαδική παρουσία ενίσχυσης της άμυνας της, με αφορμή τον πόλεμο που μαίνεται στην περιοχή. Στην Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την εδώ παρουσία και ειδικά ( στήριξη στην Κύπρο) και ευρύτερα γεωπολιτικά. Η γεωπολιτική ισχύ προφανώς για να έχει δυναμική και συνέχεια θα πρέπει να στηρίζεται σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Και ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνει και μόνιμη παρουσία και αξιοποίηση υποδομών.
Ειδικά για την Κύπρο δεν θα πρέπει να ξεχνούν στην Αθήνα τη συνεχιζόμενη από την Τουρκία κατοχή εδαφών. Και δεν θα πρέπει να λειτουργούν αποτρεπτικά οι αντιδράσεις της κατοχικής δύναμης. Δεν μπορούν να εξακολουθούν να κυνηγούν τις ελλαδικές ελίτ οι φοβίες έναντι της Τουρκίας.