Τα σκουλαρίκια από κοραλλένια τριανταφυλλάκια τα είχε αγοράσει το 1978, σε μια διήμερη κρουαζιέρα με το προσκοπικό στη Συρία. Το Sol-Phryne ήταν το μοναδικό επιβατικό πλοίο του νησιού και ένα μέσο διαφυγής από την καθημερινότητα για πολλούς κατοίκους του, ώστε να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο ψυχαγωγίας αλλά και να νιώσουν πως «εβκήκα που την Κύπρον», που μεταφραζόταν ως «ταξίδεψα στο εξωτερικό».
Το καράβι πήγαινε και Ελλάδα η οποία όμως «έκειτο μακράν» ατμοπλοϊκώς. Το καράβι για τη Συρία αντιθέτως σάλπαρε κάθε Σάββατο απόγευμα και το πρωί της Κυριακής οι επιβάτες ξυπνούσαν στο λιμάνι της Λαττάκειας. Είχαν όλη τη μέρα μπροστά τους για ψώνια και το πρωί της Δευτέρας μπορούσαν να πάνε απευθείας στη δουλειά τους.
Το Σάββατο βράδυ διασκέδαζαν εν πλω, με ζωντανή ορχήστρα και show με μπαλέτα, ενώ το επόμενο πρωί πήγαιναν στο κέντρο της πόλης, στο παζάρι με τα χρυσοχοεία, τα ζαχαροπλαστεία και τα υφασματοπωλεία, απ’ όπου οι γυναίκες μπορούσαν να προμηθευτούν τραπεζομάντηλα και κουρτίνες με ασημένιες και χρυσές κλωστές και οι άντρες από ένα ναργιλέ που δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ και μία τζελαμπία που θα φορούσαν τις Απόκριες. Τα ψώνια και κυρίως η αγορά χρυσαφικών ήταν ο δεύτερος και κύριος λόγος για τον οποίο ταξίδευαν σ’ αυτή την, κατά τα άλλα, άσχημη και άναρχη οικοδομικά πόλη.
Η μόνη ομορφιά ανάμεσα στα τσιμεντένια γκρίζα κτίρια ενός κάκιστου δομημένου περιβάλλοντος ήταν οι ροζ πινελιές από τις δαμασκηνές τριανταφυλλιές που ξεπηδούσαν μέσα από φράχτες, μαντρότοιχους, ακόμη και μέσα από συνεργεία αυτοκινήτων. Τις γνώριζε γιατί η γιαγιά είχε φυτέψει μία στην αυλή τους, της οποίας κάθε άνοιξη τα ρόδα άνθιζαν και μοσχοβολούσαν. Θυμάται, πάντα κοντά στο Πάσχα, να τα μαζεύουν και η γιαγιά να στήνει τον λαμπίκο της στην αυλή για να κάνει ροδόσταμα με το άρωμά του να φτάνει στους ουρανούς.
Στη βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου, έπεσε το μάτι της σε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια από ροζ κοράλλι που είχαν το σχήμα ενός τριαντάφυλλου. Αγόρασε δύο παρόμοια ζευγάρια, ένα για την ίδια και ένα για την αδελφή της. Πριν φύγουν από το παζάρι φρόντισε να προμηθευτεί «λιβανέζικα» για τη μητέρα και τη γιαγιά. Έτσι έλεγαν και πολλοί αποκαλούν ακόμη στο νησί τα μπακλαβαδάκια με χαλεπιανά, το κλασσικό δώρο που έφερναν σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί που απεικόνιζε την αρχαία Παλμύρα. Πολλοί από τους ταξιδιώτες που ταξίδευαν στη Λαττάκεια, νόμιζαν από την αρχή ως το τέλος του ταξιδιού πως αυτή βρισκόταν στον Λίβανο αφού δεν πολυξεχώριζαν τις δύο γειτονικές χώρες.
Το επόμενο πρωί την περίμενε στο λιμάνι ο πατέρας που κάπνιζε όπως πάντα, έχοντας μαζί της και τη σχολική της τσάντα για να την οδηγήσει απευθείας στο σχολείο. Φορούσε μάλιστα τη στολή της, τη μαυρόασπρη καρό βαμβακερή «ποδιά» με το άσπρο κολλάρο που είχε φροντίσει να βάλει στο βαλιτσάκι μαζί με τη στολή του προσκοπικού. Τα πάντα, ακόμη και τα κουτιά με τα «λιβανέζικα» χωρούσαν μες στο βαλιτσάκι. Τα τριανταφυλλένια σκουλαρίκια που φορούσε ήδη στ’ αυτιά της δεν τα έβγαλε ποτέ, ως τη μέρα που έκλεισε τα δεκαοκτώ της και η μητέρα τής δώρισε ένα ζευγάρι μαργαριταρένια σκουλαρίκια.
Τα τριανταφυλλάκια μπήκαν σε ένα κουτάκι και καταχωνιάστηκαν κάπου σε ένα συρτάρι στο εφηβικό της δωμάτιο. Μόνο όταν έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό και έκανε φίλους από διάφορες χώρες, ανάμεσα στους οποίους και Σύριοι, συνειδητοποίησε πως είχε επισκεφτεί τη χώρα αυτή χωρίς να το γνωρίζει.
Εκείνο το βράδυ φόρεσε μετά από χρόνια τα κοραλλάκια της και μια μπλούζα γεμάτη τριανταφυλλάκια σε όλες τις αποχρώσεις του ροζ. Ένιωθε ν’ ανθίζει κι η ίδια, ερωτευμένη με ένα νεαρό, ο οποίος έδειχνε επίσης ενδιαφέρον και την κάλεσε για δείπνο. Πριν ακόμη κατέβουν στο εστιατόριο διαπίστωσε πως της έλειπε το ένα σκουλαρίκι. Το κούμπωμά του βρέθηκε απάνω της που σήμαινε πως πρέπει να είχε πέσει σε μια χαραμάδα ανάμεσα στα καθίσματα του οχήματος.
«Μη λυπάσαι», της είπε «το πρωί το πρώτο πράγμα που θα κάνω θα είναι να μετακινήσω τα καθίσματα και θα βρεθεί.» Μα ούτε την επομένη ή τις μέρες που ακολούθησαν δεν βρήκε τον χρόνο να ψάξει. Θα έπρεπε να κάνει υπομονή ως το Σάββατο όταν θα έβγαιναν για δείπνο για να της το δώσει. Ήρθε να την πάρει με το αυτοκίνητό του φρεσκοπλυμένο και αστραφτερό. Τον ρώτησε αν βρέθηκε το τριαντάφυλλό της μα αυτός γέλασε και της είπε, «Ου, ξέχασ’ το. Πήρα το αυτοκίνητό μου για πλύμα, πρέπει να το ρούφησε η χούβερ.»
Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, κατέβηκε και δεν θέλησε να ξαναδεί έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε την παραμικρή ενσυναίσθηση και ευαισθησία ώστε να καταλάβει πόσο σημαντικό ήταν για την ίδια. Οι ξεχασμένες αυτές ιστορίες αναδύθηκαν από τη μνήμη, μόλις οσφράνθηκε μια πρόωρα ανθισμένη δαμασκηνή τριανταφυλλιά. Μια ανεπαίσθητη μυρωδιά την έκανε ν’ αναθαρρέψει για λίγο μες στις θλιβερές και γεμάτες φρίκη μέρες που ζει η ανθρωπότητα, με τη Μέση Ανατολή να φλέγεται και την ανθρώπινη ζωή να εκμηδενίζεται μπροστά στην απληστία του κέρδους και την αλαζονεία των ισχυρών του πλανήτη.
dena.toumazi@gmail.com