Κάθε φορά που προκύπτει ένα ζήτημα και εμπλέκονται οι Εγγλέζοι ενεργοποιούνται με ταχύτητα φωτός τα αντανακλαστικά της κυπριακής κοινωνίας και στέκονται οι πολίτες απέναντι. Και δικαίως στέκονται απέναντι, γιατί το Λονδίνο επιλέγει διαχρονικά να μη βρίσκεται στην ίδια όχθη με την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιλέγει να είναι απέναντι στην Κύπρο, ακόμη κι όταν αυτή η στάση δεν εξυπηρετεί τα βρετανικά συμφέροντα. Επιμένει σε αυτή την αδιέξοδη γραμμή.
Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί η αγγλική πλευρά δεν έχει τόσα χρόνια επιλέξει την οδό της ομαλοποίησης των σχέσεων με την Κύπρο, την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν έλυσε πολιτικές διαφορές, δεν συζήτησε διαφωνίες και δεν μπήκε σε μια συζήτηση για ιστορικά ζητήματα, που συντηρούν εντάσεις.
Λέγεται πως η «ρίζα του κακού» είναι η σύγκρουση κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, 1955-1959. Τα απωθημένα από την εποχή του αγώνα της ΕΟΚΑ. Φαίνεται να μην έχουν συγχωρέσει ποτέ την εξέγερση, την επανάσταση των Κυπρίων εναντίον τους. Ο αγώνας, ο οποίος ήταν κατά της αποικιοκρατίας, ενάντια στη βρετανική κατοχή, τους ενοχλεί μέχρι σήμερα. Αυτό αισθάνονται όσοι κουβαλούν ενοχές. Η αποικιοκρατική νοοτροπία, την οποία κουβαλούν μέχρι και σήμερα, ορθώνει τοίχους και οδηγεί σε συμπεριφορές, οι οποίες είναι ξένες προς το διεθνές δίκαιο και τη δημοκρατία, την ελευθερία.
Είναι σαφές πως λόγω αυτής της στάσης γίνεται από πλευράς Λονδίνου και μια ανάποδη ανάγνωση των συμφερόντων τους, συντηρώντας διαχρονικά ένα ανοικτό μέτωπο με την Κυπριακή Δημοκρατία. Τρικλοποδιές και υπονόμευση στην πρώτη γραμμή. Υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά εν πολλοίς και των συμφερόντων τους. Όταν έχουν στρατηγικά συμφέροντα στο νησί ποιόν εξυπηρετούν οι συνεχείς εντάσεις με τη Λευκωσία; Όχι το Λονδίνο. Ίσως στο τέλος να εξυπηρετούν την Τουρκία. Αλλά αυτό, αποδείχθηκε, ότι είναι αδιάφορο για το Λονδίνο.
Σήμερα είναι η επέτειος του απαγχονισμού του ήρωα Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Η καταδίκη του προκάλεσε, τότε, διεθνώς κινητοποιήσεις. Δυστυχώς οι αποικιοκράτες δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις για να μην οδηγηθεί ο μαθητής Ευαγόρας στην αγχόνη. Ούτε και η βασίλισσα, της οποία ζητήθηκε η παρέμβαση, δεν αντιμετώπισε την περίπτωση του 17χρονου μαθητή ανθρωπιστικά. Η απόφαση τους, αφορούσε όλους όσους αγωνίζονταν και ήταν «κανόνας»: Ήθελε ελευθερία, αυτοδιάθεση, ένωση να πεθάνει!
Τα φυλακισμένα μνήματα θα κυνηγούν για πάντα τους Βρετανούς, οι οποίοι προφανώς και δεν μετανιώνουν για τα όσα διέπραξαν στην Κύπρο στη διάρκεια της αγγλικής κατοχής. Η συμπεριφορά τους, μέχρι σήμερα, αυτό δείχνει.
Τόσες δεκαετίες προφανώς και δεν έχουν σκεφτεί στο Λονδίνο να πουν mea culpa τιμώντας, παράλληλα, τους πεσόντες. Καταθέτοντας κι ένα στεφάνι στα φυλακισμένα μνήματα. Τούτο θα προκαλούσε ενδεχομένως και αντιδράσεις. Κάποιοι δεν θα δεχόντουσαν τη συγνώμη αναλογιζόμενοι πώς συμπεριφέρθηκαν οι Βρετανοί στη διάρκεια της κατοχής της Κύπρου από τη ξεδοντιασμένη, πλέον, αγγλική αυτοκρατορία. Αναλογιζόμενοι τις βάρβαρες επιθέσεις κατά του Αυξεντίου, του Μάτση, τους απαγχονισμούς. Μπορούσε, ωστόσο, να ήταν και μια κίνηση, η οποία θα έκλεινε μια εποχή. Δεν το πράττουν, ωστόσο, επιμένοντας να είναι απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Και όσο είναι με πράξεις κι όχι με λόγια απέναντι μας, τότε κι εμείς δεν έχουμε προφανώς άλλη επιλογή. Και το πρόβλημα με τους Βρετανούς ( τις κυβερνήσεις, το κράτος) δεν είναι πως έχει απέναντι της την εκάστοτε κυβέρνηση της Κύπρου ( οι πλείστες υιοθετούσαν κατευναστικές πολιτικές), αλλά την κοινωνία. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους ίδιους.
Έχουμε παρακολουθήσει και πώς συμπεριφέρονται οι Γερμανοί σε σχέση με τα εγκλήματα του ναζισμού. Για παράδειγμα, ο Γερμανός Πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, επισκεπτόμενος την Κρήτη, τον Οκτώβριο του 2024, είχε δηλώσει πως «θα ήθελα σήμερα να ζητήσω συγχώρεση στο όνομα της Γερμανίας, για το γεγονός ότι καθυστέρησε για χρόνια να καταδικάσει τα εγκλήματα αυτά και μετά τον πόλεμο απέστρεψε το βλέμμα της, μένοντας σιωπηρή».