Υπάρχουν στιγμές στη δημόσια ζωή που μια κοινοβουλευτική συζήτηση αποκαλύπτει περισσότερα από όσα λέγονται στα μικρόφωνα. Στιγμές που πίσω από νομικές διατυπώσεις και θεσμικές ισορροπίες ξεπροβάλλει μια βαθύτερη αλήθεια. Τρανό παράδειγμα η προχθεσινή συζήτηση στη Βουλή του νομοσχεδίου για τις παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων σε περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια του κράτους.

Αποκάλυψε ξεκάθαρα τι σημαίνει η έλλειψη εμπιστοσύνης σε έναν από τους πιο σοβαρούς θεσμούς της Δημοκρατίας. Όταν αφαίρεσαν τον Γενικό Εισαγγελέα από τη διαδικασία που προέβλεπε το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, κάμφθηκαν οι πλείστες των αντιδράσεων και άνοιξε ο δρόμος για πιθανή ψήφιση. Κατ’ αυτό τον τρόπο έγινε φανερό σε όλους ότι το πρόβλημα δεν ήταν το νομοσχέδιο. Ούτε η γενική διαδικασία. Το πρόβλημα ήταν τα πρόσωπα.

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο, όπως αρχικά κατατέθηκε, προέβλεπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα είχε την εξουσία να εξουσιοδοτεί γραπτώς την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών για παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, με μοναδική αιτιολόγηση ότι πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Με απλά λόγια, το άνοιγμα του δρόμου για ένα τόσο ευαίσθητο εργαλείο κρατικής εξουσίας θα περνούσε αποκλειστικά και μόνο από το γραφείο του επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας.

Θεωρητικά, η πρόνοια αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί θεσμικά λογική. Στην πράξη όμως αποδείχθηκε πολιτικά και θεσμικά προβληματική. Οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Οι επιφυλάξεις πολλές. Και το παρασκήνιο, που ακολούθησε, οργιώδες.

Η κοινοβουλευτική επιτροπή Νομικών συνήλθε εκτάκτως, σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρία, για να εξετάσει ξανά το νομοσχέδιο και κυρίως τη συγκεκριμένη πρόνοια. Και τελικά συνέβη το αναμενόμενο, η πρόνοια αποσύρθηκε.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης παρουσίασε -μετά από το έντονο παρασκήνιο που είχε προηγηθεί- αναθεωρημένη πρόταση. Σύμφωνα με αυτήν, ο Γενικός Εισαγγελέας αφαιρείται πλήρως από τη διαδικασία. Αντί αυτού, η απόφαση για παρακολούθηση θα λαμβάνεται από τον διοικητή της ΚΥΠ, αλλά εντός 72 ωρών, πρέπει να ενημερώνεται η υφιστάμενη τριμελής επιτροπή ελέγχου της Υπηρεσίας και μόνο αν δίδει την έγκρισή της θα μπορεί να προχωρά.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Νίκος Τορναρίτης, επικεφαλής της επιτροπής θα είναι πάντοτε πρώην πρόεδρος Επαρχιακού, Ανώτατου ή Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενώ τα υπόλοιπα δύο μέλη θα είναι πρόσωπα εγνωσμένου κύρους (κρατήστε αυτή την αναφορά διότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας).

Με αυτή την αλλαγή, οι διαφωνίες στη Βουλή μειώθηκαν αισθητά. Ξαφνικά, αρκετά κόμματα άρχισαν να βλέπουν πιο θετικά το νομοσχέδιο και πλέον φαίνεται εφικτό να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των 38 βουλευτών για τροποποίηση του Συντάγματος.

Τι άλλαξε από τη μια στιγμή στην άλλη; Η απάντηση είναι απλή: Αφαιρέθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Διότι η συζήτηση αυτή δεν ήταν απλώς μια τεχνική διαφωνία για τη δομή ενός μηχανισμού ελέγχου. Ήταν, στην πραγματικότητα, μια σιωπηρή ψήφος δυσπιστίας προς την ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας.

Εδώ και χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει με καχυποψία τη θεσμική ανεξαρτησία του θεσμού. Μια καχυποψία η οποία δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας υπήρξαν για χρόνια μέλη της κυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη, πριν ο τέως Πρόεδρος τους διορίσει στα ανώτατα αξιώματα της Νομικής Υπηρεσίας.

Η μετάβαση από τα υπουργικά έδρανα σε ένα θεσμό, που οφείλει να αποτελεί την απόλυτη εγγύηση θεσμικής ανεξαρτησίας, δημιούργησε από την πρώτη στιγμή ένα βαρύ φορτίο δυσπιστίας. Και δυστυχώς, αυτό το φορτίο δεν ελαφρύνθηκε ποτέ.

Αντιθέτως, με πολλές αποφάσεις τους οι οποίες αμφισβητήθηκαν πλειστάκις, φρόντισαν και οι δύο να το καταστήσουν ασήκωτο. Με αποτέλεσμα, προχθές στη Βουλή, αυτό το φορτίο να τύχει και πολιτικής αμφισβήτησης.

Όταν ένα νομοσχέδιο μπλοκάρει όσο ο Γενικός Εισαγγελέας βρίσκεται μέσα στη διαδικασία και αρχίζει να περνά μόλις αφαιρεθεί, τότε το μήνυμα είναι σαφές. Πρόκειται ξεκάθαρα, για έλλειψη εμπιστοσύνης. Και όταν η έλλειψη εμπιστοσύνης αγγίζει τον πυρήνα ενός τόσο σοβαρού θεσμού όπως η Νομική Υπηρεσία, τότε το πρόβλημα δεν είναι τυπικό. Είναι βαθιά θεσμικό!

Η Κυπριακή Δημοκρατία, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να λειτουργεί με θεσμούς που κουβαλούν μόνιμα τη σκιά της δυσπιστίας. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τον θεσμό που έχει τον τελικό λόγο στη δίωξη της διαφθοράς, στην υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και στη διασφάλιση της νομιμότητας.

Η χθεσινή εξέλιξη στη Βουλή δεν ήταν απλώς μια τροποποίηση ενός νομοσχεδίου. Ήταν μια ηχηρή υπενθύμιση ότι η Νομική Υπηρεσία χρειάζεται επανεκκίνηση.

Ίσως λοιπόν η πιο υπεύθυνη πράξη αυτή τη στιγμή να μην είναι η υπεράσπιση θέσεων και αξιωμάτων. Ίσως η πιο υπεύθυνη πράξη να είναι η αποχώρηση. Η εξεύρεση της απαραίτητης τόλμης ώστε να οδηγηθούν στην απόφαση αποχώρησης.

Όχι ως παραδοχή ενοχής. Αλλά ως πράξη θεσμικής ευθύνης. Για να μπορέσει η Νομική Υπηρεσία να ξαναβρεί αυτό που σήμερα της λείπει περισσότερο. Την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Να ξαναβρεί αυτό που χρειάζεται περισσότερο. Το κύρος και τον σεβασμό, που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα.