Η είδηση για τη ρήξη ανευρύσματος που υπέστη ο Γιώργος Μυλωνάκης, υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ στην Ελλάδα και η μάχη που δίνει στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας έπρεπε, σε μια στοιχειωδώς πολιτισμένη κοινωνία, να προκαλεί ένα και μόνο πράγμα: Θλίψη και ευχές για ανάρρωση. Αντ’ αυτού, ζήσαμε -για ακόμη μια φορά- το απόλυτο ξεγύμνωμα μιας ψηφιακής ζούγκλας. Όπου η ανωνυμία γίνεται ασπίδα δειλίας και ταυτόχρονα όπλο χυδαιότητας.
Δεν πρόκειται για «σκληρή κριτική». Δεν πρόκειται για «πολιτική άποψη». Πρόκειται για καθαρή αποσύνθεση της κοινωνίας. Όταν διαβάζεις σχόλια του τύπου «καλώς πρέπει να ανησυχεί», «και πού είσαι ακόμα», «Χα, χα, χα, του τα έπρηξε ο… Μεγάλος (σ.σ. Μητσοτάκης) και δεν άντεξε στην πίεση», όταν κάποιοι φτάνουν στο σημείο να συνδέουν ένα εγκεφαλικό επεισόδιο με «τύψεις» ή να μιλούν για «Νέμεση και Τίση», τότε δεν έχεις απέναντί σου πολίτες. Έχεις απέναντί σου άτομα που έχουν απεκδυθεί κάθε ίχνος ανθρωπιάς.
Δεν έχει καμία σημασία αν ο Μυλωνάκης είναι πολιτικό πρόσωπο. Δεν έχει καμία σημασία αν το όνομά του έχει εμπλακεί σε καταγγελίες. Δεν έχει καμία σημασία αν κάποιοι θεωρούν -δικαίως ή αδίκως- ότι πρέπει να ελεγχθεί.
Η δικαιοσύνη αποδίδεται στα δικαστήρια. Όχι πάνω σε ένα κρεβάτι μονάδας εντατικής θεραπείας. Η αρρώστια δεν είναι ούτε τιμωρία, ούτε πολιτικό επιχείρημα. Κυρίως, δεν είναι θέαμα.
Το πιο ανατριχιαστικό, όμως, δεν είναι η ύπαρξη αυτών των σχολίων. Είναι η ευκολία με την οποία ξεπηδούν. Η σχεδόν αντανακλαστική ανάγκη κάποιων να χλευάσουν. Να δηλητηριάσουν. Να παίξουν με την πιθανότητα θανάτου ενός ανθρώπου.
«Λύγισε από τις τύψεις», γράφει κάποιος. «Ύβρις – Άτη – Νέμεσις – Τίσις», συμπληρώνει άλλος. «Χα, χα, χα, ο Αρχηγός της Αδελφότητας σύμφωνα με τα μηνύματα Σάντης», κλείνει ο τρίτος. «Φαίνεται τον βαραίνουν οι τύψεις και λύγισε . Να ευχηθούμε ότι καλό στον “αγαπητό” αυτό “κύριο”, να είναι υγιής, να αντέξει την δίκη! Πολλοί από αυτούς που αναφέρει ο Δρουσιώτης φαίνεται θα έχουν τέτοιου είδους επεισόδια, αν όχι καρδιακά!», γράφει ο πιο «μάγκας» απ’ όλους…
Αυτή δεν είναι κοινωνία. Είναι όχλος. Κι αυτός έχει πάντα τα ίδια χαρακτηριστικά: Δειλία, μίσος και μια διεστραμμένη αίσθηση δικαιοσύνης, που τον κάνει να πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να καταδικάζει, να λοιδορεί, να εύχεται το κακό.
Ακόμη πιο επικίνδυνο είναι ότι πολλοί από αυτούς έχουν ήδη «εκδώσει απόφαση». Έχουν ήδη καταδικάσει. Έχουν ήδη αποφασίσει ποιος είναι ένοχος και ποιος όχι. Το κάνουν με τέτοια ευκολία, που αναπόφευκτα σε κάνουν να αναρωτιέσαι, αν αύριο βρεθεί κάποιος από αυτούς στη θέση του ασθενούς; Θα αντέξει το ίδιο «λαϊκό δικαστήριο» που σήμερα στήνει;
Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα. Όχι η κριτική. Όχι η έρευνα. Όχι η δημοσιογραφία. Το πρόβλημα είναι η απανθρωπιά. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι δεν βλέπουν πλέον ανθρώπους. Βλέπουν μόνο στόχους, δίκην θηράματος. Στόχους για εκτόνωση. Για χλεύη. Για επιβεβαίωση της δικής τους μικρότητας.
Μέσα σε όλη αυτή την αθλιότητα, κρύβονται. Πίσω από ψευδώνυμα. Πίσω από προφίλ-σκιές. Πίσω από την ασφάλεια της απόστασης. Γιατί, προφανώς, δεν διαθέτουν το ελάχιστο θάρρος για να πουν τα ίδια μπροστά σε έναν άνθρωπο που δίνει μάχη για τη ζωή του. Θα γελούσαν; Θα μιλούσαν για «Νέμεση»; Θα έγραφαν «και που ’σαι ακόμα»; Όχι.
Αυτό ακριβώς δείχνει και τι στην πραγματικότητα είναι: Θρασύδειλοι. Η κοινωνία δεν κινδυνεύει από την κριτική. Κινδυνεύει από την αποδοχή της βαρβαρότητας ως κανονικότητας. Αν συνηθίσουμε να βλέπουμε, να ανεχόμαστε τέτοιες αντιδράσεις και να τις προσπερνάμε, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο αυτοί που τα γράφουν. Θα είμαστε όλοι μας!
Επειδή τότε θα έχουμε αποδεχθεί ότι ο δημόσιος λόγος μπορεί να κατρακυλήσει μέχρι εκεί. Ότι μπορεί να γίνει εργαλείο απανθρωπιάς. Ότι μπορεί να χάσει κάθε όριο. Τότε, ας μην απορήσουμε όταν η επόμενη «Νέμεση» θα αφορά κάποιον δικό μας άνθρωπο.
Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Η κριτική είναι υποχρέωση. Η έρευνα είναι αναγκαία. Η απανθρωπιά, όμως, δεν έχει καμία θέση σε όλα αυτά. Είναι απλώς ντροπή. Μια ντροπή, που δυστυχώς, κάποιοι την φορούν πλέον με περηφάνια.