Αφού δηλώνουν όλοι ότι εμπιστεύονται την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς και ότι το πόρισμά της για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», θα θεωρηθεί από όλους ικανοποιητικό όποιο και να είναι, διερωτώμαι γιατί δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους όπως πρέπει.
Η δημόσια πίεση για να δημοσιευτεί πάραυτα το πόρισμα, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι η επιβαλλόμενη σε μια δημοκρατία ώστε να ελεγχθούν οι διαδικασίες. Ευτυχώς, που διευκρίνισε με ανακοίνωση χθες η Αρχή ότι «ουδεμία διασύνδεση» υπάρχει μεταξύ της ημερομηνίας των βουλευτικών εκλογών και της ανακοίνωσής της για το πόρισμα. Αλίμονο να υπήρχε τέτοια διασύνδεση. Τότε θα ήταν άμεση και προκλητική η παρέμβαση της Ανεξάρτητης Αρχής στην εκλογική διαδικασία, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της έρευνάς της.
Όπως διευκρινίζει, δεν επιτρέπεται να ανακοινώσει οτιδήποτε προτού ακολουθηθούν «οι θεσμοθετημένες διαδικασίες, ήτοι μελέτη της Έκθεσης, αξιολόγησή της και απόφαση της Αρχής επί του περιεχομένου της. Προς το σκοπό αυτόν έχει συσταθεί Ομάδα Εργασίας στην Αρχή». Έτσι πρέπει να γίνει. Κι αν δεν το σεβαστούμε αυτό, αν δηλαδή παρουσιάζουμε και αυτή την Αρχή ως διεφθαρμένη, διαπλεκόμενη ή ότι εξυπηρετεί συμφέροντα και σκοπιμότητες, τότε δεν γνωρίζω πού αλλού μπορούμε να στραφούμε πια.
Το ότι αυτή η έρευνα διήρκησε δύο χρόνια είναι κάτι που σίγουρα πρέπει να μας απασχολήσει. Δύο ολόκληρα χρόνια είναι πάρα πολλά για μια τόσο σημαντική έρευνα. Αλλά, όχι η ανακοίνωση ενός πορίσματος που παραδόθηκε στις 30 Απριλίου. Και περιέχει ογκωδέστατο υλικό, με 793 τεκμήρια και έκθεση 3.000 σελίδων. Χρειάζεται χρόνος για να μελετηθεί το υλικό, ασχέτως του ότι οι επικεφαλής της Αρχής, όπως και οι ανακριτές, γνωρίζουν το περιεχόμενο.
Σωστά υπογραμμίζει ότι «θα ήταν άκρως ανεύθυνο από πλευράς Αρχής εάν ανακοινώνετο οτιδήποτε για το περιεχόμενο της Έκθεσης, προτού ακολουθηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες». Επειδή έρχονται βουλευτικές εκλογές και ο συγγραφέας του υπό έρευνα βιβλίου είναι υποψήφιος δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχαστούν οι νόμοι και οι κανονισμοί. Για να ικανοποιηθεί ποιος; Ο Δρουσιώτης ή το δημόσιο αίσθημα;
Να θυμίσω μόνο τα εξής:
Ο Αχιλλέας Αιμιλιανίδης ως ποινικός ανακριτής ανέλαβε την ποινική έρευνα για την υπόθεση Κατσουνωτού – Κεντρικών Φυλακών. Μετά από έρευνα 117 ημερών παρέδωσε πόρισμα 600 σελίδων. Οι επικεφαλής της Γενικής Εισαγγελίας, μελετούσαν τις 600 σελίδες επί τρεις μήνες για να εκδώσουν την απόφασή τους.
Η Αλεξάνδρα Λυκούργου ως ποινική ανακρίτρια στην υπόθεση Γιώργου Κούμα παρέδωσε ενδιάμεσο πόρισμά της στις 16 Δεκεμβρίου 2024 και τελικό πόρισμα τον Μάιο του 2025. Στη Γενική Εισαγγελία μελετούσαν το πόρισμα σχεδόν ένα χρόνο για να προχωρήσουν σε δίωξη του Κούμα.
Τώρα, όμως, απαιτείται από την Αρχή κατά της Διαφθοράς να κάνει ανακοινώσεις εντός ημερών για μια έκθεση 3.000 σελίδων και μια έρευνα δύο χρόνων. Επικρίναμε έντονα τη Γενική Εισαγγελία για την καθυστέρηση στα προηγούμενα πορίσματα. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο.
Αν θέλουμε πραγματικά να στηρίξουμε ως πολίτες έναν θεσμό, που συστάθηκε ως ένα όπλο κατά της διαφθοράς και να μην τον ξεδοντιάσουμε όπως όλους τους άλλους θεσμούς, οφείλουμε να δεχτούμε ότι πρέπει να εργαστεί με βάση τις θεσμοθετημένες διαδικασίες και να μην έχουν καμιά σχέση οι ανακοινώσεις του με τις εκλογές. Οι ψηφοφόροι οπωσδήποτε πρέπει να γνωρίζουν αν ένας υποψήφιος είναι πολέμιος της διαφθοράς ή συκοφάντης, αλλά δεν είναι η αποστολή της Αρχής να τους απαντήσει.
Αλλού είναι το πρόβλημα που πρέπει να εστιαστεί η προσοχή όλων. Στο ότι η Αρχή δεν έχει καμιά εκτελεστική εξουσία και είναι μπλεγμένη σε γρανάζια που ομοιάζουν με την επαρμένη κρατική γραφειοκρατία άλλων εποχών. Σε αυτό το πόρισμα, για παράδειγμα, η Αρχή και ο Επίτροπος Διαφάνειας, θα μελετήσουν με τους ανθρώπους τους (νομικούς, κυρίως) το πόρισμα των ερευνητών. Οι οποίοι προφανώς κάνουν εισηγήσεις (για διώξεις, ευθύνες κ.λπ.) με βάση τα ευρήματά τους. Η Αρχή πρέπει να αποφασίσει αν θα υιοθετήσει τις εισηγήσεις τους, αν θα αλλάξει κάποιες, αν θα κάνει δικές της.
Οι αποφάσεις – εισηγήσεις της Αρχής (προσοχή, μετά από έρευνα δύο χρόνων και κόστος ένα εκατομμύριο ευρώ) πρέπει να παραδοθούν στον Γενικό Εισαγγελέα. Εκεί θα γίνει άλλη μελέτη και άλλες αποφάσεις. Αν υπάρχει υπόθεση ο Εισαγγελέας θα διατάξει άλλη έρευνα για να αποφασίσει τελικά αν θα γίνουν διώξεις ή αν θα τους απαλλάξει όλους. Γιατί να χρειάζεται όλη αυτή η διπλή και τριπλή δουλειά; Αυτό δεν βλέπω να μας απασχολεί σοβαρά!