Γεννήθηκα και μεγάλωσα με μουσική που πλημμύριζε το σπίτι κάθε πρωί, από το μεγάλο ραδιόφωνο που δέσποζε στην τζαμαρία. Ο πατέρας είχε αγοράσει ένα έπιπλο με πικ-απ και από τότε κάθε Σάββατο αγόραζε ένα νέο δίσκο 45 ή 33 στροφών, οπότε και ακούγαμε το ίδιο άλμπουμ ή τραγούδι αμέτρητες φορές εκείνο το Σαββατοκύριακο. Μέχρι την Κυριακή το βράδυ ξέραμε απέξω όλους τους στίχους.

Μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγάλωνε με Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Ξαρχάκο που αγαπούσαμε εξίσου και ακούγαμε στις ελληνικές ταινίες, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Όταν έκλεισα τα δέκα ο παπάς μού έκανε δώρο ένα δικό μου κασετόφωνο στο οποίο έγραφα σε κασέτες τ’ αγαπημένα μου τραγούδια. Μπαίνοντας στην προ-εφηβεία, είχα νέα μουσικά ακούσματα, πέρα από αυτά των γονιών και οι κασέτες μου γέμιζαν με τραγούδια των Πασχάλη, Τουρνά, Robert Williams και Μπέσσυς Αργυράκη.

Στο γυμνάσιο η ανακάλυψη της ροκ μουσικής ταρακούνησε συθέμελα την ύπαρξή μου. Είχα την τύχη η φοιτήτρια αδελφή μου να φτάνει κάθε φορά για διακοπές στο νησί με νέους δίσκους, όπως του Bob Dylan και των Pink Floyd. Την κλασσική μουσική έπρεπε να γίνω δεκαοκτώ και να φύγω για σπουδές στο εξωτερικό για να την ανακαλύψω.

Εκείνο το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια των θερινών μου διακοπών είχα πάθει εμμονή με το τραγούδι «Αθανασία» του Χατζιδάκι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Γύριζα την κασέτα πίσω για να το ακούσω ξανά και ξανά. Ο Νίκος, μου έφτιαξε μια κασέτα στην οποία μαγνητοφώνησε μόνο αυτό το τραγούδι το οποίο επαναλαμβανόταν άπειρες φορές. Με την Αθανασία απολάμβανα τις διαδρομές προς την παραλία του Αϊ-Ερμογένη, χωρίς να πρέπει να γυρίζω την κασέτα πίσω.

Μες στα κύματα και τα ηλιοβασιλέματα της συγκεκριμένης παραλίας και τα αρχέγονα βράχια του αρχαίου Κουρίου, ένιωθα πως είχα κατακτήσει τη δική μου αθανασία. Τα βράδια επιστρέφαμε συχνά με την παρέα για να παρακολουθήσουμε μια συναυλία ή μια αρχαία τραγωδία στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο που δέσποζε στα βράχια και στον κόλπο της Επισκοπής και στη συνέχεια στα κεντράκια για ποτό και μεζεδάκι.

Ήταν σε μια τέτοια διαδρομή που το κασετόφωνο «έφαν μου» την κασέτα με την Αθανασία κι έτσι γλίτωσα από αυτή την εμμονή. Το ίδιο καλοκαίρι βρέθηκα για πρώτη φορά στο ρόλο της νονάς, ενώ δεν ήμουν καθόλου έτοιμη να γίνω πνευματική μητέρα και ανώριμη για να αναλάβω ευθύνες. Η ξαδέλφη, παρά τις αντιρρήσεις μου, υπήρξε ανένδοτη. Έπαθα την πλάκα μου όταν μου ανακοίνωσε πως αποφάσισαν αντί το όνομα των γιαγιάδων να ονομάσουν ο κοριτσάκι τους Αθανασία, από τον παππού. Κι έτσι μια Αθανασία με σάρκα και οστά, με μαλλιά με μπούκλες σαν αγγελάκι θα έμπαινε στη ζωή μου. Έστελνα φακέλους από το εξωτερικό, από τις χώρες όπου σπούδαζα ή ταξίδευα, με καρτ-ποστάλ, ρουχαλάκια, ξύλινα παιχνίδια, ελεφαντάκια από την Ινδία, κουδουνάκια και ονειροπαγίδες από Λατινική Αμερική.

Τον Ιούλιο έγινε η βάφτιση στο βουνό, όπου κατέφθασα μ’ ένα λευκό βαλιτσάκι με το δαντελένιο φουστάνι και όλα τα απαραίτητα, λαδάκια, χρυσό σταυρό, λαμπάδα και μπομπονιέρες. Ακόμη και στο βουνό έσκαγε ο τζίτζικας και το τουρκουάζ φουστάνι μου κολλούσε απάνω μου. Ίδρωνα από αγωνία την ώρα που έπρεπε να πω το «Πιστεύω» το οποίο δεν είχα μάθει ποτέ ολόκληρο, αλλά ο ιερέας με άφησε να το διαβάσω.Ακολούθησε γλέντι με σούβλες, παγωμένες μπύρες και ζιβανία, κάτω από τα πλατάνια. Οι μερακλήδες έπιασαν το τραγούδι και τον χορό, μέρα-μεσημέρι μες στο λιοπύρι του κυπριακού καλοκαιριού που βγάζει σπίθες μα και μαύρο καυτό δάκρυ. Ο κόσμος, τέτοιες μέρες, επέτειο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής ασυνείδητα πονάει και πενθεί, ενώ το μακρύ ποτάμι του χρόνου δεν ξεπλένει ούτε κλείνει εντελώς τις ανοιχτές πληγές.

Εγώ που ούτε καλαματιανούς, ούτε χασάπικα ήξερα να σύρω, έμεινα δίπλα στο καλαθάκι όπου κοιμόταν εξαντλημένη από το κλάμα του θείου μυστηρίου, η νεοφώτιστη Αθανασία, ένα αγγελούδι μες στις λευκές της δαντέλες σαν φτερά. Εκείνο το ζεστό μεσημέρι κάτω από τις μηλιές και τις αχλαδιές έμεινα ακίνητη, γαλήνια δίπλα από το αποκοιμισμένο βρέφος.

Το τραγούδι των τζιτζικιών ήταν πιο δυνατό και από τη μουσική. Το ίδιο, το απαράλλαχτο όπως το θυμάμαι από παιδί και όπως θα το έζησαν όλες οι γυναίκες που γεννήθηκαν και έζησαν στο μεσογειακό αυτό νησί με τα απόλυτα καλοκαίρια, κάτω από τον καθηλωτικό ήλιο της μεσημβρίας. Άπειρες γενιές γυναικών κέρδισαν την αθανασία, δίπλα από ένα αποκοιμισμένο βρέφος, όταν ο χρόνος καταργείται και βασιλεύει μόνο ο αυτός της αθωότητας.

Η μικρούλα Αθανασία δίπλα μου, χωρίς να γνωρίζει τίποτα για παρελθόν ή μέλλον, κοιμόταν στο αιώνιο παρόν. Άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν αποτελώντας μέρος αυτού του αέναου κύκλου. Πόσοι θα ήθελαν να αγγίξουν την αθανασία ώστε να μη φύγουν ποτέ από τον κόσμο και τη ζωή; Άπειροι αλλά δεν είναι όλοι που επιθυμούν να ζήσουν για πάντα. Το μόνο που θέλουν είναι όσος χρόνος τους δίνεται στη γη να τον ζήσουν απλά, αληθινά και με πληρότητα, αγγίζοντας έτσι την αθανασία, ακόμη και εν αγνοία τους.

dena.toumazi@gmail.com