Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την πρώτη γραμμή, για να μη χάνουμε χρόνο ούτε εμείς ούτε εσείς. Αυτό το άρθρο δεν αφορά όσους έχουν ήδη αποφασίσει συνειδητά ότι θα ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές της Κυριακής το κόμμα το οποίο παραδοσιακά ψηφίζουν. Είναι απόλυτα σεβαστό.
Αφορά τους άλλους. Τους οργισμένους. Τους απογοητευμένους. Εκείνους που σιχάθηκαν την πολιτική κατάντια του τόπου. Κουράστηκαν να ακούν μεγάλα λόγια και να βλέπουν μικρές πράξεις. Εκείνους που σκέφτονται να γυρίσουν την πλάτη στις κάλπες. Εκείνους που πιστεύουν πως η αποχή είναι η πιο ηχηρή μορφή διαμαρτυρίας. Μάλλον, αξίζει να το ξανασκεφτούν.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Από το 1981 μέχρι σήμερα, η αποχή στις βουλευτικές εκλογές διογκώνεται σχεδόν ασταμάτητα. Το 1981 ήταν 4,25%. Το 1985 ανέβηκε στο 5,38%. Το 1991 στο 7%. Το 2001 στο 8,25%. Το 2006 στο 11%. Το 2011 εκτοξεύθηκε στο 21,3%. Το 2016 έφτασε στο 33,26% και το 2021 κατέγραψε ρεκόρ με το 34,28% και το δυσθεώρητο 191.228 πολίτες να μένουν μακριά από την κάλπη.
Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Εκκωφαντικό. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες γύρισαν την πλάτη σε ένα πολιτικό σύστημα που τους απογοήτευσε. Ένα σύστημα που βούλιαζε ολοένα και περισσότερο στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στην ατιμωρησία και στη μόνιμη αίσθηση ότι κάποιοι είναι πάντα υπεράνω νόμου.
Τι άλλαξε όμως; Απολύτως τίποτα. Για να είμαστε πιο ακριβείς, σχεδόν όλα έγιναν χειρότερα. Ατελείωτα σκάνδαλα. Πολιτική μπόχα που ανέβαινε από τους υπονόμους της εξουσίας. Υποσχέσεις που πέθαιναν πριν καν στεγνώσει το μελάνι των προεκλογικών φυλλαδίων. Και στο τέλος, ο απόλυτος διεθνής διασυρμός της χώρας με το αίσχος των «χρυσών» διαβατηρίων. Ένα σκάνδαλο που στιγμάτισε την Κύπρο διεθνώς.
Μάλιστα, όλα αυτά συνέβησαν ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η αποχή γιγαντωνόταν. Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα που πρέπει να παραδεχτούμε. Η αποχή δεν λειτούργησε ποτέ ως πραγματικό φρένο στην πολιτική ασυδοσία. Δεν πόνεσε το σύστημα. Δεν το ταρακούνησε. Δεν το ανάγκασε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Τα κόμματα που κυβέρνησαν δοκιμάστηκαν. Απέτυχαν. Κάποια ξαναδοκιμάστηκαν και απέτυχαν ξανά. Ίσως ακόμη πιο θορυβωδώς. Είδαν πολίτες να φεύγουν. Είδαν ποσοστά να πέφτουν. Είδαν την αποχή να ανεβαίνει σε πρωτοφανή επίπεδα. Και τι έλεγαν κάθε φορά; «Πήραμε το μήνυμα».
Έπεα πτερόεντα. Ποτέ δεν πήραν πραγματικά το μήνυμα, γιατί ποτέ δεν υποχρεώθηκαν να πληρώσουν πραγματικό πολιτικό κόστος. Τα χτυπήματα ήταν διαχειρίσιμα. Σχεδόν χάδια. Πάντα υπήρχε αρκετή κομματική βάση για να συντηρεί μηχανισμούς, εξουσίες, ισορροπίες και βολέματα. Έτσι, η διολίσθηση συνεχίστηκε.
Η οργή των πολιτών είναι απολύτως δικαιολογημένη. Ποιος δεν θέλει ένα κράτος, που να λειτουργεί με εντιμότητα, ισονομία και αξιοκρατία; Ποιος δεν θέλει μια Δικαιοσύνη, που να μην μοιάζει αυστηρή με τους αδύναμους αλλά επιεικής με τους ισχυρούς; Ποιος δεν θέλει πολιτικούς, που όταν λένε «δεσμεύομαι» να εννοούν πραγματικά αυτό που λένε;
Ποιος δεν κουράστηκε να βλέπει εξωφρενικά οφίκια, υπέρογκες απολαβές αξιωματούχων και διορισμούς που μυρίζουν κομματικό γραφείο από χιλιόμετρα; Όμως, υπάρχει ένα σκληρό ερώτημα. Βοηθά πραγματικά η αποχή να αλλάξουν όλα αυτά; Τα τελευταία 40 χρόνια, η απάντηση μοιάζει αμείλικτη. Όχι, η αποχή δεν γκρέμισε το σύστημα. Αντίθετα, το βοήθησε να επιβιώνει πιο εύκολα, αφού τελικά αποφάσιζαν λιγότεροι για περισσότερους.
Θα αλλάξει μαγικά ο τόπος από τις εκλογές της Κυριακής; Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Η αισιοδοξία ότι θα προκύψει μια Βουλή που θα πολεμήσει πραγματικά τη διαφθορά και θα υπηρετήσει πρώτα τον πολίτη είναι, ας είμαστε ειλικρινείς, περιορισμένη.
Αλλά υπάρχει τουλάχιστον κάτι που μπορούμε να κάνουμε. Αν όχι να εμπιστευτούμε κόμματα, ας εμπιστευτούμε άτομα. Ας ψάξουμε ποιοι υποψήφιοι έχουν αξιοπρέπεια, εντιμότητα, επάρκεια και καθαρό πρόσωπο. Ποιοι μπορούν, έστω, να νιώθουν λίγη ντροπή όταν προδίδουν όσα υποσχέθηκαν. Γιατί αν συνεχίσουμε να αφήνουμε τους άθλιους ή τους ανίκανους ή τους φαιδρούς να αποφασίζουν για εμάς, δεν θα έχουμε καν το δικαίωμα να απορούμε γιατί ο τόπος εξακολουθεί να βουλιάζει.