Όφειλε το Υπουργικό Συμβούλιο να είχε κλείσει χθες οριστικά το θέμα του διορισμού ποινικών ανακριτών για την υπόθεση που αφορά το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για όσα αναφέρονται στο βιβλίο «Κράτος Μαφία». Η ανακοίνωση της πρόθεσης για διορισμό ποινικών ανακριτών ήταν ένα βήμα, αλλά όχι αρκετό.

Η κυβέρνηση είχε όλο αυτό το διάστημα τον χρόνο να προετοιμαστεί και να είχε έτοιμα χθες και τα ονόματα των ανθρώπων που θα στελέχωναν την ομάδα των ποινικών ανακριτών που ανακοίνωσε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης.

Ο διορισμός τους θα σηματοδοτούσε την άμεση έναρξη των εργασιών. Θα έδειχνε αντανακλαστικά και αποφασιστικότητα, ώστε να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση η διαδικασία και να υπάρξει αποτέλεσμα. Αυτό είναι και το ζητούμενο από την όλη ιστορία με το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Το θέμα δεν είναι ο Νίκος Αναστασιάδης ή ο Μακάριος Δρουσιώτης. Ούτε πρόκειται για μια πολιτική διελκυστίνδα σχετικά με το ποιος πολιτικός χώρος έχει διαπράξει τα μεγαλύτερα σκάνδαλα.

 Η ουσία του ζητήματος αφορά τη Δημοκρατία και τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε. Η άμεση διερεύνηση όσων καταγράφονται στο πόρισμα, είτε αυτά ισχύουν είτε όχι, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για ένα σύγχρονο κράτος που σέβεται πρωτίστως τους πολίτες του. Είναι καθήκον και ευθύνη του να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που εγείρονται, να αποδώσει ευθύνες όπου και εφόσον υπάρχουν και να διαλύσει το σύννεφο αμφιβολίας που αιωρείται ως γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην κοινωνία και τους θεσμούς του κράτους.

Όσα αναφέρονται στο πόρισμα, είτε αφορούν ποινικά αδικήματα διαφθοράς είτε ζητήματα που παραπέμπουν σε ένα διαβρωμένο σύστημα εξουσίας το οποίο αγγίζει όλα τα επίπεδα του κράτους, προκαλούν απέχθεια, θυμό, δυσαρέσκεια, αμφιβολία, καχυποψία και μια σειρά από άλλα αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε πρόσωπα και θεσμούς.

Αυτή τη στιγμή υφίσταται ένα σοβαρότατο ζήτημα που αφορά την κοινωνία και τους πολίτες. Συντελείται ένας μικρός πολιτικός σεισμός, τις συνέπειες του οποίου ενδεχομένως να δούμε σε ένα μεταγενέστερο, αλλά όχι πολύ μακρινό, χρονικό σημείο. Γι’ αυτό πρέπει το ζήτημα να κλείσει το συντομότερο δυνατόν και να τερματιστεί αυτός ο κύκλος της αμφιβολίας από τη μία πλευρά και των λαϊκών δικαστηρίων από την άλλη.

Σε αυτό το σημείο, έχει δίκαιο ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, όταν ζητούσε προχθές, κατά τη δημοσιογραφική διάσκεψη, την άμεση διερεύνηση όσων αναφέρονται στο πόρισμα. Ανεξάρτητα από το αν όσα του αποδίδονται είναι ακριβή και ανεξάρτητα από το πόσο πειστικός ήταν ή όχι στις απαντήσεις του, έχει δίκαιο όταν ζητά άμεση διερεύνηση των ισχυρισμών. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο πρέπει να κλείσει γρήγορα και με αποφασιστικότητα, με τρόπο που να βάζει τέλος στα λαϊκά δικαστήρια που με τόση ευκολία στήνονται στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου ο καθένας, για τους δικούς του λόγους, δικάζει και καταδικάζει εκ προοιμίου. Ταυτόχρονα, μέσα από την ολοκλήρωση του έργου των ποινικών ανακριτών, πρέπει να αποκατασταθεί και το περί δικαίου αίσθημα. Να μη μένουν σκιές και να μην αιωρείται η υποψία ότι το κράτος ή οι θεσμοί του δεν λειτούργησαν με τον ενδεδειγμένο τρόπο.

Απ’ εκεί και πέρα, η όλη υπόθεση συνιστά ίσως την κορύφωση της δημόσιας συζήτησης γύρω από το μείζον ζήτημα της διαφθοράς στην Κύπρο. Το ουσιώδες στοιχείο είναι ότι, αυτή τη φορά, η συζήτηση δεν περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές ή αόριστες καταγγελίες. Οι ισχυρισμοί έχουν καταγραφεί, έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και έχουν τεθεί ενώπιον της κοινωνίας μέσα από ένα επίσημο πόρισμα.

Αυτό ακριβώς καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για άμεση, πλήρη και ανεξάρτητη διερεύνηση όλων όσων περιλαμβάνονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Σε μια δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της, δεν μπορεί να υπάρχουν σκιές χωρίς απαντήσεις ούτε σοβαρές καταγγελίες χωρίς έλεγχο. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς προϋποθέτει διαφάνεια, λογοδοσία και ξεκάθαρα συμπεράσματα.