
Ο ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση στο δικαστήριο και εξασφαλίζει προσωρινό διάταγμα εναντίον εναγόμενου, οφείλει να προσέρχεται με καθαρά χέρια και να αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα και έγγραφα που επιδρούν στην κρίση του δικαστηρίου για παροχή επείγουσας θεραπείας προσωρινού μέτρου, χωρίς ειδοποίηση του άλλου διάδικου. Συνεπώς, ο ενάγοντας που εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα δεν δικαιολογείται εκ των υστέρων, μετά την καταχώριση ένστασης από τον εναγόμενο, να αποτείνεται με αίτηση για χορήγηση άδειας αντεξέτασης του εναγόμενου ή για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη των πληροφοριών που απέκρυψε. Το δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στον ενάγοντα να προσθέσει γεγονότα ή έγγραφα που παρέλειψε να τα αναφέρει ή προσκομίσει με την ένορκη δήλωση του όταν υπέβαλλε την μονομερή αίτηση για επείγουσα θεραπεία. Το ίδιο ισχύει και για τον εναγόμενο που καταχώρισε ήδη την ένσταση του για ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος.
Ο σκοπός της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα δεν είναι άλλος από το να πληγεί η αξιοπιστία του επί της ουσίας της υπόθεσης και το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει μήτε την ουσία μήτε τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Για να επιτραπεί δε η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απαιτείται να καταδειχθεί καλός λόγος, ο οποίος δεν τεκμηριώνεται με την αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται από τον εναγόμενο με σκοπό την ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Η τύχη αυτών των αιτήσεων είναι η απόρριψη τους από το δικαστήριο αυθημερόν, ακόμη και χωρίς ένσταση από τον εναγόμενο.
Η καθοδήγηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το ανωτέρω θέμα είναι πολύ σημαντική. Στην ομόφωνη απόφαση του ως Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Έφεση 23/2021, ημερ.23.6.2022, η Δικαστής κα Τάσια Ψαρά-Μιλτιάδου αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Κατέληξε δε, πως, έχοντας υπόψη τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, ο σκοπός της αίτησης για αντεξέταση ήταν να πλήξει την αξιοπιστία του Εφεσίβλητου επί θεμάτων ουσίας που θα απασχολήσουν στην εκδίκαση της ουσίας της κυρίως αίτησης. Ορθά επεσήμανε δε, πως τα ζητήματα που αφορούν την ουσία των θέσεων δεν μπορούν να εξεταστούν στη διαδικασία προσωρινών μέτρων, όπου τα επίδικα θέματα συγκεντρώνονταν στην εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32. Θεωρούμε, αναφέρει, απόλυτα ορθή την προσέγγιση του Δικαστηρίου και σίγουρα δεν παρέχεται πεδίον επέμβασης μας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο περαιτέρω έδωσε την ακόλουθη καθοδήγηση: Δραττόμαστε όμως της ευκαιρίας να αναφέρουμε πως δυστυχώς τέτοιες αιτήσεις – οι οποίες είναι συχνές παρά την αυστηρότητα της νομολογίας στην έγκριση τους – ανακόπτουν αδικαιολόγητα την εκδίκαση αιτήσεων προσωρινών μέτρων και βλάπτουν – αντί να ωφελούν – τους διαδίκους. Καλούμε λοιπόν τους δικηγόρους να είναι άκρως προσεκτικοί στην επιλογή τέτοιου ένδικου μέσου και αφετέρου τα Δικαστήρια να μην ανακόπτουν αδικαιολόγητα τον προγραμματισμό των ακροάσεων αφού είναι δυνατόν – και χωρίς υποβολή ένστασης – να εξεταστούν τέτοια αιτήματα και να αποφασίζονται αυθημερόν.
Ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Μιχαλάκης Χριστοδούλου, εξάλλου, στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε στην Π.Ε.312/2010, ημερ.17.7.2014, κρίνοντας λανθασμένη επί του θέματος την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή ότι ο ενάγων είχε την ευχέρεια να ζητήσει είτε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε διάταγμα αντεξέτασης του διευθυντή της εναγόμενης 1, αναφέρει τα ακόλουθα. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
Όπως αναφέρει, εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Σε ό,τι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4(2) για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Περαιτέρω, θεωρούμε λάθος του Δικαστηρίου να συναρτήσει τη μη τεκμηρίωση του κατεπείγοντος μόνο με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα για πρόθεση της εφεσίβλητης 1 να αποξενώσει το κτήμα.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα