
- Τα επαρκή αποθέματα που διαθέτει ο τραπεζικός τομέας συνέβαλαν σημαντικά στον περιορισμό των επιπτώσεων από τις διαδοχικές κρίσεις της πανδημίας και του Πολέμου και του επέτρεψαν να συνεχίζει να στηρίζει την πραγματική οικονομία
- Η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σταθερού νομικού πλαισίου, κυρίως όσο αφορά θέματα αφερεγγυότητας και εκποιήσεων
Διανύσαμε ένα πολύ δύσκολο έτος με πρωτοφανείς προκλήσεις. Από τους κλυδωνισμούς της πανδημίας, περάσαμε στη νέα κρίση που προκάλεσε στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα και τον πληθωρισμό ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η Κυπριακή οικονομία επέδειξε μέχρι τώρα σημαντικές αντοχές και μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει τον εν εξελίξει εκσυγχρονισμό και διαφοροποίηση του κυπριακού οικονομικού μοντέλου τα τελευταία χρόνια με διαρθρωτικές και τραπεζικές μεταρρυθμίσεις, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η Κύπρος δεν εξαρτάται άμεσα από τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, ο κυπριακός τραπεζικός τομέας αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία από στέρεη οικονομική θέση, η οποία διαμορφώθηκε από τα διαρκή βήματα εξυγίανσής του από τις διοικήσεις των τραπεζών και τη στήριξη των εποπτικών αρχών.
Χάρη στα βήματα αυτά και παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο, η Κύπρος παρουσίασε συνεχή ισχυρή ανάπτυξη, φθάνοντας το 6 % το πρώτο ενιάμηνο του έτους. Μια ανάπτυξη που υποστηρίζεται τόσο από το νέο δανεισμό προς τον μη χρηματοοικονομικό ιδιωτικό τομέα, ο οποίος αυξήθηκε κατά 15% το πρώτο ενιάμηνο του έτους και συγκεκριμένα ανήλθε στα €2,4 δισ. σε σύγκριση με €2,1 δισ. την αντίστοιχη περίοδο του 2021 (δηλαδή αυξήθηκε κατά €320 εκατ.), όσο και από ξένες άμεσες επενδύσεις κυρίως στον τομέα της Επικοινωνίας και Πληροφόρησης. Πιο συγκεκριμένα, από την πλευρά των δαπανών, οι βασικοί παράγοντες ανάπτυξης περιλαμβάνουν την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, ενώ από την πλευρά της παραγωγής, όλες οι υποκατηγορίες του ΑΕΠ κατέγραψαν θετική ανάπτυξη, εκτός από τις κατασκευές, με το εμπόριο, τις μεταφορές, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια να αποτελούν τον κύριο μοχλό ανάπτυξης. Υγιής παραμένει και η αγορά εργασίας, γεγονός που συμβάλει αποφασιστικά στη στήριξη της ανάπτυξης.
Ο πληθωρισμός επηρεάστηκε κυρίως από τις αρνητικές γεωπολιτικές εξελίξεις και έφτασε στο 10,6% τον Ιούλιο. Ακολούθησε όμως επιβραδυνόμενη πορεία μέχρι τον Νοέμβριο λόγω σταδιακής αποκλιμάκωσης των τιμών της ενέργειας και των έμμεσων επιπτώσεων του πληθωρισμού.
Σε σχέση με τις οικονομικές προβλέπεις, κατά το δεύτερο μισό του 2022 και ιδιαίτερα το τελευταίο τρίμηνο, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί. Για το σύνολο του 2022 το ΑΕΠ αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 5,8% έναντι 6,6% το 2021 κυρίως λόγω της ανάκαμψης της εγχώριας ζήτησης. Ο μελλοντικός ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται στο 2,5% το 2023 και 3,1% το 2024 και το 2025. Προβλέπεται δε να στηριχθεί από επενδύσεις που σχετίζονται με το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθαρές εξαγωγές, πλήρη ανάκαμψη του τουριστικού τομέα, των επικοινωνιών και πληροφόρησης, καθώς και των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
Βεβαίως, η ως τώρα πορεία και οι προαναφερθείσες προβλέψεις δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Η Κύπρος έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει ένα πολύ αξιόλογο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αλλά για την εκταμίευση των δόσεων που προνοεί το σχετικό πακέτο, η χώρα έχει την υποχρέωση να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που το σχέδιο προνοεί μέχρι το 2026. Οι επενδύσεις που θα προκύψουν από το σχέδιο περαιτέρω διαφοροποίησης του οικονομικού μας μοντέλου είναι απαραίτητες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομίας μας. Σημαντική πρόκληση διεθνώς αποτελεί παράλληλα ο ψηλός πληθωρισμός και η διάβρωση του εισοδήματος των πολιτών, γεγονός που αναμένεται να αντιμετωπιστεί με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και τις δημοσιονομικές πολιτικές στήριξης των εθνικών κυβερνήσεων που θα πρέπει να είναι στοχευμένες και όχι οριζόντιες.
Σε σχέση με το τραπεζικό τομέα, τα επαρκή αποθέματα που διαθέτει, τόσο από πλευράς ρευστότητας όσο και από πλευράς κεφαλαίων, συνέβαλαν σημαντικά στον περιορισμό των επιπτώσεων από τις διαδοχικές κρίσεις της πανδημίας και του πολέμου και του επέτρεψαν να συνεχίζει να στηρίζει την πραγματική οικονομία μέσω της παροχής νέου δανεισμού σε βιώσιμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε ασφαλώς και η πολύ περιορισμένη εξάρτηση και συσχέτιση του τραπεζικού τομέα με την ρωσική οικονομία, αφού το μόνο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου το επιχειρηματικό μοντέλο επηρεάστηκε από τον πόλεμο και τις κυρώσεις ήταν η RCB Bank. Μέσα από το σχεδιασμό και τις ενέργειές της ΚΤΚ και τη συνεργασία της ίδιας της RCB, εφαρμόστηκε ένα σχέδιο διαχείρισης που διασφάλισε τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Ανάλογα αντιμετωπίστηκε επιτυχώς και η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση στο Λίβανο. Με αποτελεσματική εφαρμογή των πλάνων δράσης που εκπόνησε η Κεντρική Τράπεζα, προστατεύθηκαν πλήρως οι καταθέτες των 9 Λιβανέζικων υποκαταστημάτων που λειτουργούν στην Κύπρο.
Η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στο μέλλον προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σταθερού νομικού πλαισίου, κυρίως όσο αφορά θέματα αφερεγγυότητας και εκποιήσεων, το οποίο είναι απαραίτητος πυλώνας για την ανάπτυξη της οικονομίας αλλά και για την αποφυγή χρηματοοικονομικών ατυχημάτων του παρελθόντος.
Πετύχαμε λοιπόν ως τώρα να αντιμετωπίσουμε μεγάλες κρίσεις με ικανοποιητικά, υπό τις περιστάσεις, αποτελέσματα, τόσο σε σχέση με την οικονομική ευρωστία της χώρας, όσο και σε σχέση με τον τραπεζικό μας τομέα. Το 2023 αναμένεται να είναι ακόμα πιο δύσκολο έτος. Γι’ αυτό και η διαχείριση που θα ακολουθήσει θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική ώστε να διατηρηθεί η θετική πορεία.
*Διοικητής Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου