Έχει ιστορικά αποδειχθεί πως η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) βοήθησε τα μέγιστα την κυπριακή οικονομία. Για πέραν των 40 χρόνων και συγκεκριμένα από το 1977 που έγινε η 1η συμφωνία, με εφαρμογή από 01/01/1978, βοήθησε στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, με την αυτόματη αναπροσαρμογή των μισθών. 

Τα πρώτα χρόνια, με αναπροσαρμογή ανά 3 μήνες και μετά ανά 6 μήνες, συνέβαλλε σημαντικά στην αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και στη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας στις διετείς και τριετείς ανανεώσεις των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Αν δεν υπήρχε ΑΤΑ, οι ανανεώσεις θα ήταν μονοετείς και αυτό δεν θα βοηθούσε σε μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας προγραμματισμό, με αρνητικές συνέπειες που εύκολα γίνονται αντιληπτές. 

Μετά την παγοποίηση της για μερικά χρόνια, τον Ιούλιο του 2017, σε ανώτατο επίπεδο, συμφωνήθηκε όπως για τρία χρόνια, από 01/01/2018 μέχρι 31/12/2020, η ΑΤΑ να καταβάλλεται μια φορά το χρόνο στο 50% του Δείκτη Τιμών του Καταναλωτή. Πριν τη λήξη της τον Δεκέμβριο του 2020, αποφασίστηκε η επέκταση της συμφωνίας για ακόμα ένα χρόνο, από 01/01/2021 μέχρι 31/12/2021.

Ιστορικά, όλες οι συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων για την ΑΤΑ ανανεώνονταν πάντοτε πριν τη λήξη τους και αυτό βοηθούσε στην αποφυγή εργατικών διαφορών. Για πρώτη φορά σήμερα, αφού για ένα και πλέον χρόνο παραμένει σε εκκρεμότητα η επίτευξη νέας συμφωνίας, και με όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, φαίνεται πως οι διαπραγματεύσεις οδηγούνται σε εργατική διαφορά. Σε αυτή την περίπτωση, αν ο υπουργός Εργασίας δεν αναλάβει την ευθύνη να αποκαταστήσει την πλήρη απόδοση της ΑΤΑ, πριν τα Χριστούγεννα που τερματίζεται το χρονοδιάγραμμα που ο ίδιος έθεσε, δεν θα αποφευχθεί η  εργατική αναταραχή και την ευθύνη δεν θα φέρουν οι εργαζόμενοι.

Είναι η ώρα που όλοι πλέον πρέπει να αντιληφθούν τις ιστορικές ευθύνες τους έναντι του τόπου και του λαού. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για κωλυσιεργία. Αν δεν συμφωνηθεί η πλήρης αποκατάσταση των μισθών, ο τόπος οδηγείται σε εργατική σύγκρουση.

Οι αιτιάσεις της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ δεν είναι αποδεκτές. Το επιχείρημα της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων το βρίσκουν μπροστά τους οι εργαζόμενοι πάντοτε. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ανακοινώνονται αυξημένα κέρδη. Επίσης, η δήθεν παραπομπή σε παραδείγματα άλλων χωρών δεν γίνεται αποδεκτή, γιατί αυτή γίνεται επιλεκτικά και ανάλογα με τα συμφέροντα των εργοδοτών. Να μην διαφεύγουν της προσοχής και άλλα παραδείγματα, όπως αυτό της Αγγλίας, όπου αυτή τη χρονική περίοδο οι εργαζόμενοι μετά από απεργίες διάρκειας εβδομάδων, πετυχαίνουν αυξήσεις του 12 μέχρι 18%, λόγω και του αυξημένου πληθωρισμού. Αυτό θέλουν να φέρουν στην Κύπρο; Ειδικά σήμερα που πολλές δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονται σε απελπιστική οικονομική κατάσταση, αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι αποδεκτά. 

Η ακρίβεια έχει επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης δεκάδων χιλιάδων συμπολιτών μας. Η αύξηση των επιτοκίων, οδηγεί σε περαιτέρω μείωση της αγοραστικής δύναμης χιλιάδων νοικοκυριών, που βλέπουν τα εισοδήματα τους να μειώνονται περαιτέρω. Εκτιμούν θετικά οι πολίτες την όποια βοήθεια τούς παρέχεται από ιδιωτική πρωτοβουλία, όμως στις σημερινές συνθήκες δεν αρκεί.

Τα σπασμωδικά μέτρα που κατά διαστήματα λαμβάνονται από την Κυβέρνηση, καθώς και τα ευχολόγια για βελτίωση της κατάστασης, δεν βοηθούν, ούτε και λύνουν τα συνεχώς οξυνόμενα οικονομικά προβλήματα του λαού. 

Ο πολιτικές που καθορίζονται με μαθηματικές πράξεις, αγνοώντας τα πραγματικά προβλήματα της πλειοψηφίας του λαού, οδηγούν μεν σε ευημερία τους αριθμούς, αλλά και σε περαιτέρω φτωχοποίηση μεγάλο μέρος του πληθυσμού. 

Αυτές τις πολιτικές τις απορρίπτουμε, γιατί μαζί τους φέρνουν δεινά για τον τόπο, τον λαό και τις επιχειρήσεις. Σήμερα απαιτούνται πολιτικές που θα έχουν στο επίκεντρο τους τον άνθρωπο και την ευημερία του.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει άμεσα να αποφασιστεί η πλήρης απόδοση της ΑΤΑ στο 100%, αφού η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των μισθών θα βοηθήσει και την οικονομία του τόπου, με ευρύτερα θετικά συνεπακόλουθα για όλους. 

* Γενικού Γραμματέα ΣΕΓΔΑΜΕΛΙΝ-ΠΕΟ