Για μια ακόμη χρονιά η Κυπριακή Δημοκρατία δυστυχώς κατατάσσεται χαμηλά στον δείκτη «Δημοκρατίας», σύμφωνα με το έγκυρο ετήσιο Democracy Index του Economist,για το 2021, αφού η Κύπρος σε σύνολο 167 χωρών εμπίπτει στην κατηγορία των Flawed Democracies, δηλαδή «ελαττωματικών δημοκρατιών» και κατατάσσεται από 34η που ήταν το 2020, στην 37η έβδομη θέση πλέον για το 2021, δηλαδή ακόμα πιο χαμηλά !

Ελαττωματικές δημοκρατίες θεωρούνται τα κράτη που, ναι μεν οι εκλογές θεωρούνται δίκαιες και ελεύθερες, καθώς επίσης τα βασικά ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα είναι σε γενικές γραμμές σεβαστά, αλλά έχουν πολλαπλά προβλήματα, που αφορούν κυρίως την παραβίαση της ελευθερίας των ΜΜΕ και τον μη πλουραλισμό της ενημέρωσης, με έλεγχο είτε από την Κυβέρνηση, είτε από οικονομικά και άλλα συμφέροντα και την καταστολή αντιπολιτευτικών φωνών και κριτικής.

Στις ελαττωματικές δημοκρατίες υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις σε διάφορα φάσματα που έχουν να κάνουν με την ουσιαστική άσκηση και εφαρμογή δημοκρατίας, όπως είναι η υπανάπτυκτη πολιτική κουλτούρα εκ μέρους του κόσμου και χαμηλό επίπεδο ουσιαστικής εμπλοκής της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτική, καθώς επίσης και πολλά προβληματικά στοιχεία σε σχέση με την εύρυθμη λειτουργία του κράτους και του κρατικού μηχανισμού.

 

Οι διαπιστώσεις της ΕΕ

Αυτό καταγράφεται επίσης στην Έκθεση του 2022 για το κράτος δικαίου, στο κεφάλαιο για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Κύπρο, που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 13/7/2022:

«Σύμφωνα με την αντίληψη εμπειρογνωμόνων και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων, το επίπεδο διαφθοράς στον δημόσιο τομέα παραμένει σχετικά υψηλό. Στον δείκτη αντίληψης της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας για το 2021, η Κύπρος βαθμολογήθηκε με 53/100, και κατατάσσεται στη 15η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην 52η παγκοσμίως. Η αντίληψη αυτή έχει επιδεινωθεί κατά την τελευταία πενταετία. Σύμφωνα με το Ειδικό Ευρωβαρόμετρο του 2022 για τη διαφθορά, το 94 % όσων απάντησαν θεωρούν ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη στη χώρα τους (ενωσιακός μέσος όρος: 68 %) και το 57 % όσων απάντησαν αισθάνονται ότι επηρεάζονται προσωπικά από τη διαφθορά στην καθημερινή τους ζωή (ενωσιακός μέσος όρος: 24 %). Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, το 92 % των εταιρειών θεωρούν ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη (ενωσιακός μέσος όρος: 63 %) και το 78 % πιστεύουν ότι η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα για την επιχειρηματική δραστηριότητα (ενωσιακός μέσος όρος: 34 %) Επιπλέον, το 29 % όσων απάντησαν θεωρούν ότι υπάρχουν αρκετές επιτυχείς ποινικές διώξεις, ώστε να αποτρέπονται τα άτομα από πρακτικές διαφθοράς (ενωσιακός μέσος όρος: 34 %), ενώ το 8 % των εταιρειών πιστεύουν ότι τα άτομα και οι επιχειρήσεις που συλλαμβάνονται για δωροδοκία ανώτερου υπαλλήλου τιμωρούνται δεόντως (ενωσιακός μέσος όρος: 29 %).

Στην έκθεση επίσης καταγράφεται ένα πολύ σημαντικό δεδομένο που βιώνουμε και γνωρίζουμε όλοι στην Κύπρο και επαναλαμβάνεται στην Έκθεση τρεις φορές ότι δηλαδή «το θεσμικό πλαίσιο προωθήθηκε επίσης με τη διά νόμου σύσταση εθνικής αρχής για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η εφαρμογή του σχεδίου για την καταπολέμηση της διαφθοράς συνεχίστηκε. Παρά την αύξηση των πόρων που διατέθηκαν στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, δεν υπάρχουν αποτελέσματα όσον αφορά τη διερεύνηση και την εκδίκαση υποθέσεων διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια».

Αυτό το στοιχείο επαναλαμβάνεται ακόμη δύο φορές με έντονα γράμματα στην σελίδα 12: «Οι εισαγγελικές αρχές εξακολουθούν να βελτιώνουν την ικανότητά τους, μολονότι δεν υπάρχουν αποτελέσματα όσον αφορά τις υποθέσεις διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια (…). Παρά τις εν λόγω αυξημένες προσπάθειες και πόρους, εξακολουθούν να μην υπάρχουν αποτελέσματα όσον αφορά την εκδίκαση υποθέσεων διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια».

 

Η περιοριστική ερμηνεία

Ένα δυστυχώς πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της περιβόητης υπόθεσης του Διευθυντή της ΥΚΑΝ, ο οποίος ως φαίνεται μέσα από το πόρισμα της ανάκρισης είχε συνομιλίες με βαρυποινίτη στις Κεντρικές Φυλακές, υπόθεση για την οποία ενώ φαίνεται να υπάρχει καταγραφή από τον ποινικό ανακριτή για βάσιμες ενδείξεις διάπραξης του πολύ σοβαρού ποινικού αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας από ανώτατο αξιωματούχο, που θεωρείται συνήθως το βασικό υπόβαθρο για πράξη διαφθοράς, η Νομική Υπηρεσία αποφάνθηκε ότι δεν θα προχωρήσει καν σε ποινικές διώξεις, εκδίδοντας την εξής ανακοίνωση:

«Έχοντας υπόψη τα δημοσιεύματα σε διάφορα ΜΜΕ σε σχέση με την καταγγελία, καθώς και τα συμπεράσματα του κ. Αιμιλιανίδη, ξεκαθαρίζουμε εξ αρχής ότι ούτε ο κ. Αιμιλιανίδης, ούτε οι λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας που μελέτησαν τα ενώπιον τους στοιχεία αποφάνθηκαν ή εισηγήθηκαν ότι στοιχειοθετείται οποιοδήποτε αδίκημα διαφθοράς εκ μέρους του κ. Κατσουνωτού, με την έννοια του ότι αυτός απέβλεπε με κάποια πράξη του σε κέρδος. Ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε ότι θεωρεί ότι ο κ. Κατσουνωτός πιθανόν να διέπραξε το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας με βάση την πρώτη παράγραφο του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα και το αδίκημα της συνωμοσίας με βάση το άρθρο 373 του Ποινικού Κώδικα. Και τα δύο αυτά αδικήματα αποτελούν πλημμελήματα και τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τα δύο έτη και/ή με χρηματική ποινή €2.562».

Σύμφωνα με το θεματικό ενημερωτικό δελτίο της ΕΕ για καταπολέμηση της διαφθοράς, ο ορισμός της έννοιας είναι «κατάχρηση εξουσίας για ιδιωτικό όφελος» και ως εκ τούτου το ιδιωτικό όφελος προφανώς και δεν ταυτίζεται και δεν μπορεί να ερμηνεύεται τόσο περιοριστικά αποκλειστικά και μόνο ως χρηματικό κέρδος αλλά πολύ ευρύτερα και ως εκ τούτου με όλο το σεβασμό στον θεσμό του Γενικού και Βοηθού Εισαγγελέα θεωρώ λανθασμένη σε όλα τα επίπεδα αυτή την ερμηνεία που δίδουν στον όρο διαφθορά.

 

Πρέπει να δημοσιοποιήσει την έκθεση Αιμιλιανίδη

Σε κάθε περίπτωση, πολλά δημοσιεύματα κάνουν για λόγο για πολύ διαφορετικά συμπεράσματα που εξάγονται από την έκθεση του Αχιλλέα Αιμιλιανίδη και αν θέλουμε επιτέλους να θεωρούμαστε κράτος δικαίου θα πρέπει να εφαρμόσουμε τις υποχρεώσεις μας σε σχέση με την ΕΕ, όπως αυτή εκφράστηκε στις 30.3.2017 από την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου στην Έκθεση σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ (2015/2041(INI)) υπό τον τίτλο Λογοδοσία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ μέσω της διαφάνειας.

Η διαφάνεια αφορά στον πρακτικό έλεγχο αυτών που κατέχουν την εξουσία και λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τις ζωές μας και ως εκ τούτου είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ, ενός κράτους που θέλει να ονομάζεται Δημοκρατία.

Η Νομική Υπηρεσία θεωρώ ότι δεν αιτιολόγησε ούτε και δικαιολόγησε επαρκώς την απόφαση της και για σκοπούς διαφάνειας και λογοδοσίας και θα πρέπει να δώσει στη δημοσιότητα την έκθεση στην οποία βασίστηκαν, καθότι πλέον δεν αποτελεί μέρος ποινικής διαδικασίας και αφορά ένα εξόχως θέμα δημοσίου συμφέροντος, πολύ ευρύτερου από τα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται.

 

* Advocates-Legal Consultants