
Συχνά παρουσιάζεται η ανάγκη όπως η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου επεκτείνει το δίκτυο της για την ηλεκτροδότηση νέων οικιστικών μονάδων ή υπό ανάπτυξη περιοχών και για το σκοπό αυτό απαιτεί την εγκατάσταση πασσάλων με στηρίγματα και σύρματα επί γειτονικών κτημάτων ή καλωδίων κάτω από το έδαφος τους. Η ΑΗΚ ως ανάδοχος ενημερώνει τους ιδιοκτήτες των επηρεαζόμενων κτημάτων, ζητώντας τη συγκατάθεσή τους ή αν δεν ανευρίσκονται, τοποθετεί πινακίδα στα τεμάχια και αναρτά ειδοποίηση για την πρόθεση της. Παρέχεται προθεσμία 14 ημερών από την κοινοποίηση της ειδοποίησης και εάν οι ιδιοκτήτες δεν απαντήσουν ή θέσουν όρους, τότε η ΑΗΚ τους πληροφορεί ότι θα αποταθεί στον οικείο Έπαρχο για να λάβει τη συγκατάθεση του, ώστε να εκτελέσει τις αναγκαίες εργασίες επέκτασης του δικτύου της. Συγχρόνως, η ΑΗΚ ενημερώνει τους ιδιοκτήτες των επηρεαζόμενων κτημάτων ότι αναλαμβάνει μελλοντικά, με δικές της δαπάνες, να μετακινήσει τις γραμμές εάν εμποδίζουν την οικοδομική ανάπτυξη και αξιοποίηση των κτημάτων. Εάν η μετακίνηση δεν είναι εφικτή για τεχνικούς λόγους, η ΑΗΚ οφείλει να καταβάλει στον ιδιοκτήτη δίκαιη αποζημίωση και, σε περίπτωση διαφωνίας, αυτή θα καθοριστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο.
Η διαβούλευση του Επάρχου με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, που σημαίνει Συμβούλιο Δήμου ή Κοινοτικό Συμβούλιο, είναι υποχρεωτική και αποτελεί εκ του νόμου υποχρέωση. Σχετική είναι η διάταξη του άρθρου 31(1) του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ.170, η οποία προνοεί ότι ο Έπαρχος, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης δύναται να δώσει τη συγκατάθεση του για την τοποθέτηση τέτοιων γραμμών, είτε χωρίς όρους ή με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις όπως θεωρεί δίκαιο. Η χορήγηση από τον Έπαρχο συγκατάθεσης στην ΑΗΚ, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, επηρεάζει το κύρος και τη νομιμότητα της απόφασης της ΑΗΚ, καθιστώντας την υποκείμενη σε ακύρωση μετά από προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Ιδιοκτήτρια ακινήτου που έφερε ένσταση για την επέκταση του ηλεκτρικού δικτύου και επηρεαζόταν από την απόφαση της ΑΗΚ, η οποία έλαβε τη συγκατάθεση του Επάρχου, καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, προσβάλλοντας ως άκυρη τη σχετική απόφαση για τοποθέτηση ηλεκτρικού δικτύου στο τεμάχιο ιδιοκτησίας της. Η ιδιοκτήτρια πρόσθεσε στην προσφυγή της, μετά από τροποποίηση, και τον Έπαρχο. Ισχυριζόταν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η επίδικη απόφαση, πάσχουν ως έκδηλα παράνομες, εφόσον υπήρξε παραβίαση των διατάξεων του Νόμου και δη του άρθρου 31(1). Συγκεκριμένα, υπέβαλε ότι η υπό του Επάρχου δοθείσα συγκατάθεση είναι παράνομη και αντίκειται στην εν λόγω διάταξη, καθότι ο Έπαρχος δεν διαβουλεύθηκε με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, ως όφειλε και ως ρητά επιτάσσει η συγκεκριμένη πρόνοια, προτού δώσει τη συγκατάθεση του για την τοποθέτηση ηλεκτρικού δικτύου.
Το Διοικητικό Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Φίλιππος Κωμοδρόμος ημερ.8.11.2022 στην Υπόθεση Αρ.933/2019, συναφώς αναφέρει ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων, τόσο ο δικηγόρος της ΑΗΚ όσο και της Δημοκρατίας δήλωσαν ότι δεν θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, αφού διαπίστωσαν ότι ο εγειρόμενος λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Τόνισε ότι η φύση του αναθεωρητικού ελέγχου βάσει του ανακριτικού συστήματος που διέπει την ενώπιον του δικαιοδοσία, έχει ως κύριο λόγο τον έλεγχο της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης, προς αποκατάσταση των θιγέντων δικαιωμάτων των προσφεύγοντων στο πεδίο του Δημοσίου δικαίου.
Πρόσθεσε ότι η διαδικασία διερεύνησης της νομιμότητας, έχει εξεταστικό χαρακτήρα και ανήκει στο ίδιο το Δικαστήριο, με τους διαδίκους να διαδραματίζουν βοηθητικό ρόλο στην ανίχνευση των γεγονότων και τη διαπίστωση των αρχών που διέπουν το καθορισμό της νομιμότητας σε κάθε περίπτωση. Αναφορικά με τον όρο «Αρχή τοπικής διοίκησης» παρέπεμψε στο άρθρο 2 του Κεφ.170, όπου έχει την έννοια που δίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Κοινοτήτων Νόμου, όπου ρητά προβλέπεται ότι σημαίνει Συμβούλιο Δήμου και Κοινοτικό Συμβούλιο.
Κατέληξε ότι, έχοντας διεξέλθει προσωπικά όλα τα έγγραφα και το υλικό που τέθηκε ενώπιον του, δεν προκύπτει να έχει υπάρξει οποιαδήποτε διαβούλευση του Επάρχου με την τοπική αρχή, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται παραβίαση της νομοθετικής διάταξης και της προβλεπόμενης διαδικασίας. Το σφάλμα και/ή ελάττωμα είναι καταλυτικό για την τελική έκβαση και η παραβίαση επηρεάζει το κύρος και τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, καθιστώντας αυτήν υποκείμενη προς ακύρωση.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα