Το ταξίδι της για το Φως ξεκίνησε η σπουδαία ηθοποιός Δώρα Κακουράτου. Όχι εκείνο το φως που μας χάριζε απλόχερα μέσα από κάθε της παράσταση στο θέατρο ή μέσα από κάθε της παρουσία σε μια τηλεοπτική σειρά. Αλλά για το Φως της αιωνιότητας. Ένα ταξίδι με γεμάτες αποσκευές, όχι μόνο με τις σπουδαίες της στιγμές σε θέατρο και τηλεόραση, αλλά κυρίως με την αγάπη του κόσμου. Πόσο γεμάτος και πλήρης μπορεί να αισθανθεί ένας καλλιτέχνης όταν τη δέχεται! Αυτήν την αγάπη που δεν χωράει σε ένα τυπικό χειροκρότημα στο τέλος μια παράστασης, όταν οι ηθοποιοί από το σανίδι όπου καταθέτουν ψυχή, υποκλίνονται μπροστά στο κοινό τους. Την αγάπη που ξεχειλίζει και που συντροφεύει έναν καλλιτέχνη σε όλη τη διάρκεια του περάσματός του από αυτή την πρόσκαιρη ζωή.
Αναμφισβήτητα, η Δώρα Κακουράτου ήταν γεμάτη από τέτοια αγάπη. Από τότε που εμφανίστηκε μπροστά στο κοινό, μέχρι το βράδυ της Τρίτης που άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 78 ετών.
Προσωπικά, δεν τη γνώριζα. Όπως και χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες μας. Ωστόσο, είχα κι έχω ακόμη την αίσθηση πως όλοι μας νιώθαμε μία απίστευτη οικειότητα μαζί της. Η «γνωριμία» μας μαζί της μέσα από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες και τις σκηνές των θεάτρων και επιθεωρήσεων μάς δίνει την αίσθηση ότι την ξέραμε προσωπικά, ότι αν τη συναντούσαμε κάπου με ιδιαίτερη ευκολία θα την πλησιάζαμε για να τη χαιρετίσουμε και να ανταλλάξουμε μια κουβέντα μαζί της, παίρνοντας κάτι από αυτή τη θετική αύρα που απλόχερα σκορπούσε.
Γράφοντας αυτό, από το μυαλό μου περνάει μία τέτοια συνάντηση πριν από μερικά χρόνια. Μια Κυριακή λίγο πριν το μεσημέρι, πέτυχα την Δώρα Κακουράτου σε μια καφετέρια σε ένα εμπορικό κέντρο. Καθόταν μερικά τραπεζάκια παρακάτω από εμάς, παρέα με συνεργάτες της. Το μάτι την έπιασε, όπως επίσης έπιασε και αρκετό κόσμο να την πλησιάζει για να την καλημερίσει και να ανταλλάξει μια κουβέντα μαζί της. Κρατώ όμως την προσέγγιση μικρών παιδιών και όχι τόσο των μεγαλύτερων που την πλησίασαν.
Παρατηρώντας παιδάκια με το που την εντόπισαν τότε στο χώρο να λένε με ενθουσιασμό στους γονείς τους ότι εκεί, δίπλα τους, καθόταν η… τάδε και η τάδε (έλεγαν με τόση αγνότητα αλλά και με χαρά τα ονόματα από τους διάφορους ρόλους της), συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για μια ηθοποιό που πραγματικά μεγάλωσε γενιές και γενιές.
Τους γονείς τους, τα παιδιά διαφόρων ηλικιών και σίγουρα μέσα από τη δουλειά της κράτησε ευχάριστη συντροφιά σε παππούδες και γιαγιάδες τους. Ποιος άραγε μπορεί να ξεχάσει την Δώρα Κακουράτου να μπαίνει στα σπίτια όλων μέσα από τις πετυχημένες κυπριακές σειρές στην τηλεόραση; Ποιος να ξεχάσει τα όμορφα μεσημέρια που χάρισε αλλά και τα απογεύματα και τα βράδια, που όλη η οικογένεια καθόταν ευλαβικά για να παρακολουθήσει τα σίριάλ της;
Εκείνο το μεσημέρι συνειδητοποίησα πόσο ευτυχισμένος και πλήρης μπορεί να είναι ένας ηθοποιός. Γενικά ένας καλλιτέχνης. Που παρά τις δυσκολίες του επαγγέλματος, τις προκλήσεις αλλά και την ανασφάλεια, χαρίζει τόσο φως και εισπράττει τόση αγάπη. Από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Αυτό, λοιπόν, είναι ένα διαρκές χειροκρότημα. Το πιο σπουδαίο, το πιο αληθινό. Αυτό, συντροφεύει τη Δώρα Κακουράτου στο Φως της αιωνιότητας…