
Στο απόηχο της επίσκεψης του Κύπριου Προέδρου στην Ελλάδα και των επαφών του με την πολιτειακή και πολιτική ηγεσία του ελλαδικού κράτους εγείρονται στον δημόσιο διάλογο ζητήματα που αφορούν στη συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών, Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και στον βαθμό που αυτή συντελείται. Ακολούθως, παρατίθενται κάποιες σκέψεις για προβληματισμό, που θα μπορούσε ίσως να συνδράμουν παραγωγικά στην ευρύτερη συζήτηση.
Η στενότερη συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών συνιστά επιτακτική ανάγκη όχι μόνο γιατί οι εθνικοί και οι ιστορικοί δεσμοί το επιβάλλουν, αλλά και γιατί μέσω αυτής εξυπηρετούνται ακρογωνιαία εθνικά συμφέροντα και των δύο κρατών. Όπου κυρίαρχο εθνικό συμφέρον είναι η φυσική επιβίωση και η ασφάλεια τόσο των δύο κρατών, όσο και όλων των πολιτών τους από οποιοδήποτε κίνδυνο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με αμετάθετη στοχοπροσήλωση στις διόδους που παράγουν άμυνα και ασφάλεια και για τα δύο κράτη. Μάλιστα, η κυπριακή πλευρά πρέπει να αναδείξει και να επιμείνει στην ανάγκη βαθύτερης εμπλοκής της Ελλάδας στα συνεργατικά πλαίσια μεταξύ των δύο κρατών, δεδομένου ότι μια τέτοια στάση διασφαλίζει όχι μόνο τα κυπριακά κρατικά συμφέροντα αλλά και τα ελλαδικά, αυξάνοντας παράλληλα τα επίπεδα ασφάλειας και άμυνας του ελλαδικού κράτους.
Η εμπλοκή του ελληνικού κράτους στη λύση του κυπριακού προβλήματος θα συμβάλει στη δημιουργία προοπτικών για περαιτέρω ισχυροποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με διασφάλιση της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητάς της και συνακόλουθα των δικαιωμάτων και συμφερόντων όλων των κοινοτήτων του νησιού. Το ελληνικό κράτος, διαθέτοντας μια εδραιωμένη δημοκρατία που σέβεται το διεθνές δίκαιο και την κυριαρχία των κρατών, όντας μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και υπεραμυνόμενο του ευρωπαϊκού κεκτημένου, δύναται εμπράκτως να περιφρουρεί τη σταθερότητα και ειρήνη στην περιφέρειά μας. Ταυτόχρονα, διαχρονικά παραμένει δεδηλωμένη η άνευ προϋποθέσεων στήριξη του ελληνικού κράτους στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο η στενότερη συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών, πέρα από την αφηγηματική οριοθέτησή της, είναι αναγκαίο να λάβει σάρκα και οστά με έργα και ενέργειες που θα αποφέρουν απτά αποτελέσματα. Αξιολογώντας τα δεδομένα σήμερα, τα παρακάτω θα ήταν ωφέλιμα προς επίτευξη του ανωτέρω στόχου.
>Πρώτον, πρέπει να δαπανηθεί διπλωματικό κεφάλαιο και από τα δύο κράτη, με ενεργή δράση σε όλα τα διεθνή φόρα για την προώθηση του δίκαιου των εθνικών διεκδικήσεων των δύο κρατών. Αφετηρία πρέπει να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η εκμετάλλευση του πλαισίου της δράσης της ως θεσμοθετημένου φορέα συνεργασίας για την ειρήνη και ασφάλεια. Το επόμενο φόρουμ προς την κατεύθυνση της προώθησης των διεκδικήσεων των δύο χωρών είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, του οποίου η δράση παγκοσμίως αποτελεί τη λυδία λίθο για την υπεράσπιση και εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Ακολούθως, η προώθηση των εθνικών θέσεων Κύπρου και Ελλάδας δύναται να πραγματοποιηθεί με επαφές με άλλα κράτη μέσω των διπλωματικών αποστολών του ελλαδικού και κυπριακού κράτους σε αυτά όσο και με την εντατικοποίηση των διμερών επαφών με ξένους αρχηγούς κρατών και άλλους κρατικούς αξιωματούχους. Επιπλέον, απαιτείται συντονισμός της δράσης της απανταχού ελληνικής ομογένειας που αφορά στα πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά και πολιτισμικά ζητήματα. Υπό το φως του εκσυγχρονισμού της διπλωματίας των δύο κρατών με βάση τα αναφερόμενα πιο πάνω, είναι επιβεβλημένος ο στενότερος συντονισμός των δύο κρατών τόσο ως προς την κατάρτιση κοινού σχεδίου υλοποίησης των απαιτούμενων ενεργειών όσο και ως προς τη διαμόρφωση σχετικών κειμένων με τις θέσεις, στάσεις, προσδοκίες και τα εθνικά συμφέροντα που πρέπει να επικοινωνηθούν.
>Δεύτερον, το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου πρέπει εμπράκτως να εφαρμοστεί με σχεδιασμό και υλοποίηση πολιτικών εν τοις πράγμασι. Δηλαδή, με την πραγμάτωση κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, κατά τις οποίες θα αναζητηθεί η συμμετοχή και άλλων κρατών της περιφέρειάς μας, με τα οποία υπάρχει ταύτιση συμφέροντος, καθώς η άσκηση με τις ένοπλες δυνάμεις άλλων κρατών έχει να προσφέρει επιχειρησιακά οφέλη σε Ελλάδα και Κύπρο. Επιπρόσθετα, με εξασφάλιση προϋπολογισμού δαπανών για κοινά εξοπλιστικά προγράμματα που θα εξυπηρετούν το κοινό αποτρεπτικό μέτωπο, με θεσμοθέτηση και από τα δύο κράτη των φορέων που θα υλοποιούν το αμυντικό δόγμα και συνακόλουθα με την αξιολόγηση των ενεργειών και των αποτελεσμάτων του. Περαιτέρω, οφέλη θα εξασφαλιστούν με τη διασύνδεση ερευνητικών ιδρυμάτων Ελλάδας και Κύπρου, όπου μέσω συνεργειών θα παράγονται προτάσεις πολιτικής και στρατηγικός σχεδιασμός αναφορικά με τη συνεργασία και το δόγμα, αλλά και με τεχνολογική αναβάθμιση των οργάνων που παρακολουθούν τις ασύμμετρες για τα κράτη απειλές και τις μορφές πολέμου υβριδικού χαρακτήρα εστιάζοντας στην κυβερνοασφάλεια.
Καταληκτικά, σημειώνεται ότι η συζήτηση που αφορά στη συνεργασία των δύο κρατών, πέραν των ζητημάτων που είναι υψίστης σημασίας για την εθνική τους ασφάλεια και ως εκ τούτου πρέπει να αποφεύγεται η κοινοποίησή τους, έχει να προσφέρει πολλά στην αναζήτηση και υλοποίηση των βέλτιστων δυνατών πολιτικών που την αφορούν, οι οποίες βέβαια είναι αποκλειστικό έργο των κυβερνήσεων των δυο κρατών.
*Επίκουρος Καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς