Ισχυρό δικονομικό πλεονέκτημα αποκτά ο διάδικος που προχώρησε στην ακρόαση της υπόθεσης όταν ο άλλος διάδικος παρέλειψε να εμφανιστεί κατά τη δίκη και το Δικαστήριο προχώρησε με την έκδοση απόφασης εναντίον του.

Η διαδικασία που ακολουθείται κατά την ακρόαση καθορίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, όπως και η δυνατότητα θεραπείας λόγω παράλειψης εμφάνισης και έκδοσης απόφασης. Αποτελεί βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε ακρόαση και στην εξέταση της ουσίας υπόθεσης, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου στρέφεται η υπόθεση έλαβε γνώση για την υπόθεση και την ημερομηνία ορισμού της ακρόασης, ώστε να προέβαινε σε ενέργειες για εμφάνιση και υπεράσπιση του.

Στην περίπτωση που ο διάδικος εκπροσωπείται από δικηγόρο θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση της διαδικασίας και η παράλειψη του δικηγόρου να εμφανιστεί δεν αποτελεί λόγο, άνευ ετέρου, για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Σημειώνεται ότι υπάρχει προθεσμία εντός της οποίας ο διάδικος οφείλει να υποβάλλει την αίτηση του για παραμερισμό της απόφασης και αυτή είναι 15 ημέρες μετά την ακρόαση. Μεταγενέστερα δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σχετική πρόνοια του Κανονισμού, αφού η προθεσμία που καθορίζεται σε αυτόν είναι επιτακτική.  

Το θέμα ρυθμίζεται από τη Διαταγή Δ.33 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί ότι, οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός 15 ημερών μετά την ακρόαση.

Πρώην σύζυγοι κατέληξαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο για επίλυση των περιουσιακών τους σχέσεων. Η σύζυγος, παρά το γεγονός ότι καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση και εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν εμφανίστηκε κατά την ημέρα συνέχισης της ακρόασης και το Δικαστήριο απέρριψε την ανταπαίτηση της. Κατά την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης, ο δικηγόρος της ήταν παρόν και πληροφορήθηκε τη νέα ημερομηνία. Η ακρόαση της υπόθεσης συνέχισε στην απουσία της συζύγου και επαναορίστηκε για αγορεύσεις από μέρους της πλευράς του συζύγου σε μετέπειτα ημερομηνία. Το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση και ακολούθως εξέδωσε απόφαση επί της απαίτησης για συγκεκριμένο ποσό εναντίον της συζύγου.

Η σύζυγος αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση παραμερισμού της απόφασης την οποία καταχώρησε εννέα μήνες μετά την ημερομηνία ακρόασης και απόφασης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης έκρινε ότι η συμπεριφορά της συζύγου ως διαδίκου δείκνυε αδιαφορία και καταφρόνηση της διαδικασίας, καθώς και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επί της απορριπτικής απόφασης, η σύζυγος καταχώρησε έφεση εισηγούμενη ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη στη βάση της θέσης ότι προχώρησε με εκδίκαση της απόδειξης της υπόθεσης και ότι δεν ειδοποίησε τη σύζυγο ως διάδικο για τον ορισμό της υπόθεσης και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε της έφεσης και στην απόφαση που εξέδωσε στην Έφεση Αρ.16/2022, ημερ.13.2.2023, έκρινε ότι οι λόγοι έφεσης συνδέονταν με τον τρόπο ερμηνείας της Διαταγής 33 των Θεσμών. Τόνισε ότι η θέση της συζύγου έχει έρεισμα μια λανθασμένη θεώρηση των πραγμάτων. Κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης παρόν ήταν ο συνήγορος της και κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, η σύζυγος είχε φωναχθεί και ήταν απούσα. Μετά από αίτημα της πλευράς του συζύγου, η ανταπαίτηση απορρίφθηκε και η ακρόαση ορίστηκε για συνέχιση με αγορεύσεις.

Επί του προκειμένου, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το Οικογενειακό Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι η Δ.33 Θ.5 που εφαρμόζεται και συνεπακόλουθα η προθεσμία των 15 ημερών μετά την ακρόαση ισχύει και είναι επιτακτική. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία αναφέρθηκε ότι η Δ.33 Θ.5 είναι σαφής και η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι. Συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του συζύγου ότι δεν πρέπει η πανδημία να χρησιμοποιείται ως πανάκεια όταν διαπιστώνονται δικονομικές παραλείψεις, ειδικά εάν απουσιάζουν σαφείς αναφορές για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτές.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα