Διανύουμε μια περίοδο όπου η αυξανόμενη χρήση της τεχνολογίας, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση σε πολλές περιπτώσεις αλλάζουν τη φύση της εργασίας, καταργούν θέσεις εργασίας και δημιουργούν άλλες, που απαιτούν νέες δεξιότητες.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, μέχρι το 2025 αναμένεται να καταργηθούν 85 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, ενώ την ίδια ώρα, ως αποτέλεσμα των μετατάξεων στην αγορά εργασίας, θα δημιουργηθούν 97 εκατομμύρια νέες θέσεις.

To 2019, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, στα πλαίσια της συζήτησης για το μέλλον της εργασίας, είχε προτείνει την υιοθέτηση μιας ανθρωποκεντρικής ατζέντας που αποτελείται από τρεις πυλώνες δράσης: αύξηση των επενδύσεων στις ικανότητες των ανθρώπων, αύξηση των επενδύσεων στους θεσμούς της εργασίας και αύξηση των επενδύσεων σε αξιοπρεπή και βιώσιμη εργασία.

Το 2023 έχει ανακηρυχθεί από την ΕΕ ως το Ευρωπαϊκό Έτος Δεξιοτήτων, με στόχο να δώσει ώθηση στον στόχο που έχει θέσει για συμμετοχή του 60% των ενηλίκων στην κατάρτιση μέχρι το 2030, ώστε να εφοδιαστούν οι Ευρωπαίοι πολίτες με δεξιότητες.

Στο ίδιο πλαίσιο, τον Ιούνιο του 2022 οι υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων των κρατών μελών εξέδωσαν σύσταση για την υποστήριξη των αναγκών κατάρτισης των ατόμων, με στόχο την αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων στην εκπαίδευση και κατάρτιση ετησίως. Το Συμβούλιο συνιστά στα κράτη μέλη να εξετάσουν το ενδεχόμενο δημιουργίας ατομικών λογαριασμών μάθησης, σε εθνικό επίπεδο, με στόχο να δοθεί η δυνατότητα σε άτομα να συμμετάσχουν σε κατάρτιση που θα αξιοποιείται στην αγορά εργασίας και θα  διευκολύνει την πρόσβαση ή την παραμονή τους στην αγορά εργασίας.

Ωστόσο, η συνεχής και επιταχυνόμενη αντικατάσταση θέσεων εργασίας από τη χρήση νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, η ανασφάλεια, η έλλειψη σταθερότητας στην εργασία και η ανεργία, δεν θα πρέπει στην πράξη να μεταφέρεται  ως πρόβλημα και ευθύνη αποκλειστικά στους εργαζόμενους.

Η κατάρτιση δεν αποτελεί πανάκεια, ούτε για την καταπολέμηση της ανεργίας ούτε για την άνοδο της παραγωγικότητας μιας χώρας, εφόσον δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας και δεν αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα εξέλιξης της παραγωγικότητας.

Η αντιμετώπιση της ανεργίας και της χαμηλής παραγωγικότητας εξαρτάται από  το είδος και την ποιότητα των παραγωγικών επενδύσεων στην οικονομία και ιδιαίτερα  των δημοσίων επενδύσεων, οι οποίες θα δημιουργούν ασφαλείς, μόνιμες και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας. Το δικαίωμα στην κατάρτιση δεν μπορεί να υποκαθιστά, αλλά μόνο να υπηρετεί το δικαίωμα σε αξιοπρεπή εργασία.  

Ακόμη, στον αντίποδα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και της επισφάλειας των εργαζομένων, που εφαρμόζονται την τελευταία δεκαετία, βρίσκεται η ανάγκη για ενδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων, όπως είναι και ο στόχος της ΕΕ για κάλυψη στο 80% για όλους τους εργαζομένους.

Στη χώρα μας, η πανδημία και οι οικονομικές της επιπτώσεις έχουν αναδείξει την ανάγκη μετασχηματισμoύ της κυπριακής οικονομίας και τον σχεδιασμό ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, ώστε να καταστεί πιο ανθεκτική.

Ο σχεδιασμός θα πρέπει να προβλέπει δράσεις και μέτρα που θα θωρακίζουν την, με ρυθμισμένους όρους, απασχόληση και όχι την προσφυγή στην εκμετάλλευση της φθηνής και αδήλωτης εργασίας.

Αναδείχθηκε ακόμη η ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση των γνώσεων και δεξιοτήτων των εργαζομένων, λαμβάνοντας υπόψη τις  εξελίξεις στη βάση ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού, που θα θέτει στο επίκεντρο τον εργαζόμενο.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται η κατάρτιση των εργαζομένων για την απόκτηση  Πρότυπων Επαγγελματικών Προσόντων σε όλους τους κλάδους και την κατοχύρωση τους μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις.  

Ταυτόχρονα με την κατάρτιση των εργαζομένων για την απόκτηση των Πρότυπων Επαγγελματικών Προσόντων θα πρέπει να δρομολογηθεί ως προ-απαιτούμενο και η   κατάρτιση σε θέματα  ασφάλειας και υγείας, σε τομείς όπως είναι η οικοδομική βιομηχανία.

Τέλος, η εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας και οι εξελίξεις γενικότερα έχουν  αναδείξει τη σημασία της διασύνδεσης της εκπαίδευσης με την ίδια την αγορά εργασίας. Προκειμένου η εκπαίδευση να συμβαδίζει με τις εξελίξεις, απαιτείται η πιο αποτελεσματική  διασύνδεση της εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας, όπως και η διεύρυνση των δυνατοτήτων του επαγγελματικού προσανατολισμού των νέων.

*Υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων ΠΕΟ