Παρόλο που στην προεκλογική περίοδο το θέμα του μεταναστευτικού αξιολογήθηκε από πολλούς υποψήφιους και τα επιτελεία τους ως ένα από τα σημαντικότερα για τη σημερινή κυπριακή κοινωνία και όλοι ψέλλισαν διάφορες σκέψεις για την αντιμετώπισή του, θεωρώ πως η κοινή γνώμη σε μεγάλο ποσοστό δεν αισιοδοξεί ότι θα δοθούν ουσιαστικές και αποτελεσματικές λύσεις. Άλλωστε, σχεδόν πουθενά δεν έχουν σταματήσει οι μεταναστευτικές ροές, όσα απαγορευτικά μέτρα κι αν λήφθηκαν. Μειώνονται, αυξάνονται, αλλά δεν σταματούν, δεν εξαφανίζονται. Κανένας υποψήφιος δεν μπορεί να πείσει ότι είναι δυνατό να το κάνει αυτό η Κύπρος.

Στον βαθμό που συμφωνεί κανείς με την εκτίμηση πως οι μεταναστευτικές ροές θα συνεχίζονται για όσο υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν αλλά δεν το βάζουν κάτω και είναι πρόθυμοι να υποστούν κάθε ταλαιπωρία που θα φανταστεί ο νους του ανθρώπου για να βρουν ένα καταφύγιο για καλύτερη ζωή ή έστω ένα μέρος όπου θα επιτρέπεται έστω η προσδοκία για μια βιώσιμη προοπτική, νομίζω πως η συζήτηση αργά ή γρήγορα καταλήγει στους τρόπους με τους οποίους η διαχείριση των μεταναστών ή προσφύγων θα διασφαλίσει στον μεγαλύτερο βαθμό τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και την ομαλή ένταξή τους στην κοινωνία, προσωρινή (για όσο εξετάζονται οι αιτήσεις τους) ή μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη, αναλόγως του καθεστώτος που θα εξασφαλίσουν εν τέλει.

Στο πλαίσιο των αντιδράσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων για την άρον – άρον προωθούμενη από την Κυβέρνηση τροποποίηση της στρατηγικής για την εισαγωγή εργατών από τρίτες χώρες, συγκράτησα τη θέση της ΣΕΚ, όπως την εξέφρασε μέσα από ανακοίνωσή της και μέσω δηλώσεων του Ανδρέα Μάτσα. Ζητώντας χρόνο για να διεξαχθεί πραγματικός κοινωνικός διάλογος πριν διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις να αυξήσουν τις στρατιές ξένων -κυρίως ανειδίκευτων- εργατών από τρίτες χώρες, η ΣΕΚ υπέβαλε πως το θέμα των εργαζομένων από τρίτες χώρες πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης διαχείρισης του μεταναστευτικού ζητήματος.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την παρέμβαση της ΣΕΚ, στον προεκλογικό διάλογο ακούστηκε και η θέση πως επιτέλους πρέπει να γίνουμε αυστηροί έναντι των μεταναστών ή αιτητών πολιτικού ασύλου και να σταματήσουμε τον χαβά της παραχώρησης επιδομάτων σε όλους και να τους σπρώξουμε -έστω κάποιους- στην εργασία και την παραγωγή. «Να τους βάλουμε να δουλέψουν», εννοούν, αν και μιλάμε για αναγνώριση δικαιώματος εργασίας, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Εννοείται πως το θέμα των επιδομάτων είναι πολύ ευρύτερο και εδράζεται σε διεθνείς συμφωνίες, συνθήκες, ενωσιακό κεκτημένο, κυπριακή νομοθεσία, κλπ. Και δεν αφορά αυτό το κείμενο. Όμως, είναι αλήθεια πως πάρα πολλοί Κύπριοι διερωτούνται μεγαλόφωνα γιατί συζητούμε για συνέχιση ή περαιτέρω χαλάρωση της πολιτικής για εισαγωγή εργατών από τρίτες χώρες, την ίδια ώρα που ζουν (όπως ζουν) ανάμεσά μας δεκάδες χιλιάδες μετανάστες – αιτητές ασύλου.

Στον προεκλογικό αγώνα ακούστηκε και η θέση «αν ένας αιτητής ασύλου δικαιούται 500 ευρώ, να δουλέψει για 500 ευρώ». Προφανώς άλλο το επίδομα και άλλο η εργασία: Όταν ένας αιτητής ασύλου θα εργαστεί, θα (πρέπει να) αμειφθεί στη βάση της αμοιβής που προσφέρεται για ανάλογη εργασία στην ευρύτερη αγορά, ή στη βάση της συλλογικής σύμβασης που ισχύει (λέμε τώρα). Ή έστω, στο ύψος του εθνικού κατώτατου μισθού. Κολπάκια κομμένα.

Εν πάση περιπτώσει, μετεκλογικά, αντί η απερχόμενη Κυβέρνηση και ο υπουργός Εργασίας να κάνουν πράξη την… απειλή τους ότι θα προχωρήσουν σε χαλάρωση της στρατηγικής εργοδότησης από τρίτες χώρες πριν αποχωρήσουν, είναι φρονιμότερο να ανοίξει χώρος και να δοθεί χρόνος για έναν ουσιαστικό κοινωνικό και πολιτικό διάλογο για τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν οι χιλιάδες μετανάστες στην Κύπρο για την κάλυψη των όποιων αναγκών στην αγορά εργασίας αλλά και για τη βελτίωση του δικού τους βιοτικού επιπέδου, με σεβασμό στα συνδικαλιστικά – εργασιακά θέσμια και όχι όπως χρησιμοποιούνται σαν φθηνό προσωπικό και σαν «εξοπλισμός» εντατικής εκμετάλλευσης οι εργάτες από τρίτες χώρες.

Αυτά λοιπόν που ακούστηκαν για την παροχή δικαιώματος εργασίας στους αιτητές ασύλου στην προεκλογική εκστρατεία θα πρέπει να εξεταστούν με σοβαρότητα. Και για να συζητηθούν, δεν πρέπει η απερχόμενη Κυβέρνηση να προκαλέσει τετελεσμένα που θα υπονομεύσουν αυτή την ιδέα/δυνατότητα.