Όποτε βρίσκω τον εαυτό μου σε καιρούς ταραγμένους, στέλνω το μυαλό μου στην Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκε ο πατέρας και εγώ δεν έζησα ποτέ. Τρεις φορές, μονάχα, την επισκέφθηκα. Και ήταν αρκετές για να αναπνεύσω καταγωγή και ύπαρξη. Ο συνονόματος παππούς, ήτανε μάγειρας στο ξενοδοχείο όπου σύχναζε ο Καβάφης και του ’φτιαχνε σούπα μολοχία, που τη λάτρευε. Μεγαλώνοντας, έχασα πολύ νωρίς και τους δύο. Αλλά μου ’μεινε ο Ποιητής να με καθοδηγεί μέσα από τα δύσκολα, να με προτρέπει στα ωραία και μεγάλα, να με παρηγορεί όταν η απληστία και ψευτιά των ανθρώπων, κυρίως των ηγεμόνων και των παρατρεχάμενών τους, γκρέμιζε τις ελπίδες των απλών κι αγνών ανθρώπων.
Η Πόλις σου, έγινε δικιά μου. Κανένα σύμφωνο. Κανένα φωνήεν της δεν άφησα απάτητο.
Ζοφερά νέα έρχονται πάλι από την Κύπρο. Κουβέντες του ποδαριού, από τα αρχονταρίκια της διαφθοράς. Με καίνε. Με αποτρέπουν. Τα λόγια μου αρνούνται να φανερωθούν.
Μα το Θεό σου Ποιητή, δώσε ξανά τα δικά σου. Να τους τα πέμψω άκοπα και λιανά, μήπως σώσουν οτιδήποτε κι αν σώζεται. Μίλα τους, Αλεξανδρινέ μου αγαπημένε. Ακόμα κι αν δεν σε ακούσουν, βοήθα τους να μην ξεχαστούν γιατί αυτό δεν θα το αντέξουν:
Είπες: «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή. Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή· κι ειν’ η καρδιά μου —σαν νεκρός— θαμμένη. Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει. Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις. Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού —μη ελπίζεις— δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Κωνσταντίνος Καβάφης (1910*)
«Η Μεσόγειος είναι μια παράλογα μικρή θάλασσα. Το μήκος και το μεγαλείο της ιστορίας της μας κάνει να ονειρευόμαστε πως είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είναι» – Λόρενς Ντάρελ, 1912-1990, Βρετανός μυθιστοριογράφος, ποιητής και ταξιδιωτικός συγγραφέας. Τα «δικά μας» μέρη, εδώ στην λεκάνη της Μεσογείου, τον γοήτευσαν τόσο που έγραψε δύο από τα καλύτερα και πιο σημαντικά βιβλία του: «Τα Πικρολέμονα της Κύπρου», και το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο».
Το πρώτο είναι αυτογραφικό έργο, στο οποίο περιγράφει τα τρία χρόνια που έζησε στην Κύπρο στη δεκαετία του 1950, την εποχή του αγώνα για την απελευθέρωση της νήσου από τον βρετανικό ζυγό και την Ένωσή της με την Ελλάδα.
Και το δεύτερο είναι ένα έργο δεμένο βαθιά με την ταυτότητα του Ελληνισμού και την ιστορία του. Όπως σημειώνει ο εξαιρετικός Βολιώτης συγγραφέας, Κώστας Ακρίβος, στο INDEX, η τετραλογία αυτή είναι ό,τι πιο μεθυστικό έχει γραφτεί για την πόλη της Αλεξάνδρειας την εποχή του μεσοπολέμου και των χρόνων που ακολούθησαν. «Αν ο Καβάφης μάς τη χάρισε ερωτική την πόλη και ο Τσίρκας την προσγείωσε ανθρώπινη και έντονα πολιτική, ο Ντάρελ επιφύλαξε για την Αλεξάνδρεια ένα άλλο σπάνιο δώρο: Την αιωνιότητα». Ένα έργο σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Ένα ανάγνωσμα αντίδοτο στη ρηχότητα και τη φτήνια πολλών «βιβλίων».
Φωτογραφία Frédéric Boissonnas
Πηγή: Durrell Society, στο Twitter: @DurrellSociety