Tον περασμένο Σεπτέμβριο, λοιπόν, η επαγγελματική διαστροφή με οδήγησε στο Ρόγιαλ Χολ της Λευκωσίας για να καταγράψω τις προεκλογικές προτάσεις του υποψήφιου Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη για τον Πολιτισμό.
Δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα. Τηρουμένων των αναλογιών, το πλάνο και η φιλοσοφία του (το οποίο προλογίστηκε από μια παλιά καραβάνα του χώρου, την ιστορικό τέχνης και πρώην Διευθύντρια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών Ελένη Νικήτα), φάνηκε να είναι αποτέλεσμα σοβαρής μελέτης και επεξεργασίας και στη βάση διαλόγου με τους επηρεαζόμενους. Όπως άλλωστε και κάθε πτυχή του προγράμματος που ο ίδιος χαρακτήριζε «ζωντανό έγγραφο», «δυναμική διαδικασία» και απότοκο μιας «πρωτόγνωρης άσκησης συμμετοχικής δημοκρατίας».
Εντάξει, δεν είμαι τόσο αγαθιάρης να παίρνω τις μετρητοίς προεκλογικά ταξίματα. Ένα παλιό ρητό λέει ότι αν οι πολιτικοί είχαν για ψηφοφόρους κανίβαλους θα τους έταζαν ψητούς ιεραπόστολους. Δεν μπορώ όμως να μην παρατηρήσω ότι αν ο νέος Πρόεδρος ξόδευε μετά την εκλογή του έστω και το 10% της φαιάς ουσίας και του ζήλου που ξόδεψε μαζί με τους εμπειρογνώμονες, ακαδημαϊκούς, επαγγελματίες, επιστήμονες και τεχνοκράτες που τον συνέδραμαν στο προεκλογικό του πρόγραμμα, θα έκανε πολύ πιο πειστικές επιλογές.
Οι πτυχές του προγράμματος με στόχο τη δημιουργία μακροχρόνιας στρατηγικής για τον πολιτισμό παραμένουν δημοσιευμένες και διαθέσιμες προς κάθε ενδιαφερόμενο. Εντούτοις, οι προεκτάσεις της πρώτης του πολιτικής πράξης, δηλαδή της επιλογής του πολιτικού προϊστάμενου για τον τομέα, είναι ενδεικτικές των προθέσεων και της ελαφρότητας και δυστυχώς δικαιώνουν τη γνωστή παροιμία «αλλιώς μας τα ‘λεγες παπά, πριν σε χειροτονήσουν».
Αν δυσκολεύεται να κατανοήσει ο Νίκος Χριστοδουλίδης τους λόγους για τους οποίους η επιλογή του Μιχάλη Χατζηγιάννη έχει καταθορυβήσει –αν όχι και προσβάλει- τους εμπλεκόμενους στην εγχώρια πολιτιστική βιομηχανία, αυτό είναι ακόμη πιο ανησυχητικό. Η «φωνακλάδικη» και καθολικώς διαμαρτυρόμενη καλλιτεχνική κοινότητα της Κύπρου, έχει καεί στον χυλό δεκαετίες τώρα και είναι συνεπαγόμενο ότι θα φυσάει το γιαούρτι. Οποιοσδήποτε κι αν αναλάμβανε το χαρτοφυλάκιο του συγκεκριμένου υφυπουργείου θα είχε να αντιμετωπίσει το λοξοκοίταγμά της και θα καλούνταν να δώσει τα διαπιστευτήριά του στην πράξη.
Ακόμη κι ο Τουμαζής, μια προσωπικότητα με περγαμηνές, εμπειρία και μακρά παρουσία στον χώρο, δεν είχε την καθολική αποδοχή από την αρχή. Χρειάστηκε να «ιδρώσει το κοστούμι» για να την κερδίσει. Παρά το γεγονός ότι είχε ως πλεονέκτημα τη μεταφυσικών διαστάσεων ευφορία της νέας αρχής, την έντονη αίσθηση ότι υπάρχει επιτέλους ένα πολιτικό κρηπίδωμα για τον θαλασσοδαρμένο τομέα, δεν κάθισε στ’ αυγά του. Κατάλαβε πόσο σημαντική είναι η επικύρωση του θεσμού στα μάτια των άμεσα επηρεαζομένων, να πείσει ότι βρίσκεται συνεχώς στο πλευρό τους, σε κάθε τους βήμα.
Κι όντως ήταν πανταχού παρών, λες και είχε κλωνοποιηθεί. Από την πρώτη μέρα πήρε αμπάριζα λόγγους, βουνά, ραχούλες, τιμώντας με την παρουσία του παραστάσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ και εσπερίδες και το πράγμα έφτασε να προκαλεί εντύπωση όταν τύχαινε ο άνθρωπος ν’ απουσιάσει από κάπου. Βρέθηκε μάλιστα αυτοπροσώπως, εν ονόματι της πολιτείας, δίπλα σε δημιουργούς που χρειάστηκαν στήριξη ή συμπαράσταση. Ακόμη και στην άλλη άκρη του νησιού. Έτσι, στην προσπάθεια να μετατρέψει σε Υφυπουργείο το νομοσχέδιο που παρέλαβε, ανέβασε τον πήχη ψηλά. Τουλάχιστον για τα κυπριακά ειωθότα.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι παραγκωνισμένοι όλα αυτά τα χρόνια άνθρωποι του χώρου να «εθιστούν» στη σημασία της πολιτείας. Έπαθαν εξάρτηση από το αυτονόητο. Κι έτσι, τώρα δεν θέλουν ούτε να διανοηθούν ότι θα χυθεί η καρδάρα που γέμισε με τόσο κόπο, ιδρώτα, αίμα και τόνους αυγών που συνθλίβονταν για δεκαετίες στον παγερό τοίχο της απολίτιστης εξουσίας.
Αυτό το τσουνάμι της δυσπιστίας απέναντι στον νέο Υφυπουργό Πολιτισμού, έχει βαθιές αιτίες. Δεν είναι ευτελές και επιφανειακό, ή ελαυνόμενο από αλλότρια κίνητρα, φθόνο, εμμονές και «συμπλέγματα της νομενκλατούρας» όπως κάποιοι αφήνουν να εννοηθεί. Είναι αλήθεια όμως ότι εκφράζεται λίγο άγαρμπα, εριστικά, ορμητικά και αδικεί κατάφωρα τον περί ου ο λόγος. Τείνει να γίνει τοξικό. Τόσο, όσο ελάχιστοι αξιωματούχοι έχουν συναντήσει στην Κύπρο πριν καλά- καλά προλάβουν να δώσουν δείγμα γραφής. Είναι κρίμα για τον ίδιο, αλλά εδώ που φτάσαμε και για τον Πολιτισμό. Είναι σίγουρο ότι αυτή η τοξικότητα δεν είναι παραγωγική. Δεν θα λύσει το πρόβλημα, αλλά θα το διογκώσει. Η στήριξή του είναι μονόδρομος.
Το πρόβλημα με τον Χατζηγιάννη δεν είναι ότι είναι ο ίδιος καλλιτέχνης, ούτε ότι έχει ως μεγαλύτερη περγαμηνή στο βιογραφικό του το γεγονός ότι «είναι για 30 χρόνια ο πιο εμπορικός τραγουδοποιός σε Ελλάδα και Κύπρο». Το πρόβλημα είναι ότι στον ιδιόρρυθμο καλλιτεχνικό μικρόκοσμο του νησιού ο ίδιος μοιάζει με ψάρι έξω από το νερό. Όντας ιδιοσυγκρασιακός και εσωστρεφής, έφυγε για την Ελλάδα σε νεαρή ηλικία, επειδή ένιωσε ότι η Κύπρος δεν τον χωρούσε, σε μια προσπάθεια, όπως έχει πει, να ξεφύγει από την τεράστια αναγνωρισιμότητα. Δεν αμφισβητείται η αγάπη και η έγνοια για την ιδιαίτερη πατρίδα του και κάποια στιγμή θα έβρισκε κανάλι η διάθεσή του να προσφέρει. Αλλά αυτό θα έπρεπε να γίνει από το κατάλληλο πόστο.
Ο Πρόεδρος δεν έκανε χάρη στον καλό του φίλο και αγαπημένο του καλλιτέχνη, τιμώντας τον με την εμπιστοσύνη του σ’ ένα τόσο νευραλγικό πόσο. Μάλλον σε μπελάδες τον έβαλε, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο σ’ ένα πολεμικό κλίμα πριν καν αναλάβει. Τώρα θα πρέπει να τον στηρίξει κι αυτός δύο φορές περισσότερο για να αντέξει, εφόσον πλέον δεν μπορεί να πάρει πίσω την επιλογή του.
Παρά την εσωστρέφειά του, ο ίδιος ο Μ. Χατζηγιάννης θα κληθεί ν’ αποδείξει ότι έχει εκπαιδευμένο στομάχι στα δύσκολα, όπως τότε που περνούσε τις ζόρικες δικαστικές περιπέτειες ή το σοκ του κουρέματος. Ο Χριστοδουλίδης όμως κατάφερε να βάλει αυτογκόλ από τα αποδυτήρια και να περιπλέξει μια ήδη δύσκολη μάχη.
Μάλλον πήρε πολύ κυριολεκτικά το γεγονός ότι στην εθιμοτυπία το Υφυπουργείο Πολιτισμού είναι τελευταίο στη σειρά και το θεώρησε «ακίνδυνο», «εύκολο», «βατό». Αν όμως συνεχίσει να υποτιμά τη δυναμική του πολιτισμού και των ανθρώπων του, προδίδοντας έτσι το ίδιο του το πολυδιαφημισμένο συμβόλαιο με τον λαό, θα βρεθεί σύντομα προ πολλών δυσάρεστων εκπλήξων.
Ελεύθερα, 5.3.2023