Ζήλεψα τον Άριστο Μιχαηλίδη που στη στήλη του της περασμένης Τετάρτης μπορούσε να παραθέσει παλιότερες τοποθετήσεις του, σε βάθος 17ετίας, πάνω στο φαινόμενο της αθλητικής βίας για να υπογραμμίσει ότι δεν το έχουμε κουνήσει ούτε χιλιοστό από τον ίδιο παρονομαστή.

Έχω γράψει κι εγώ σχετικά, αλλά αφού δεν έχει νόημα να του «κλέψω» την ιδέα και να κάνω το ίδιο θ’ αποτολμήσω ακόμη μια ταπεινή τοποθέτηση που δεν πρόκειται ν’ αλλάξει απολύτως τίποτα και θ’ ανήκει στην κατηγορία άρθρων «να ‘χαμε να γράφαμε». Θα μπορούμε να καταφεύγουμε σε κείμενα σαν αυτό μετά από 10-20 χρόνια, ακριβώς για να διαπιστώσουμε ότι τα πάντα σ’ αυτόν τον πλανήτη αλλάζουν ή διορθώνονται για να προκύψουν άλλα, εκτός από αυτό. Τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα.

Εγώ βέβαια μπορεί τότε να μη ζω ή να μη δημοσιογραφώ, ή τη δημοσιογραφία να την ασκεί ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Όμως όλο και κάποιος μπορεί καταλάθος να το διαβάσει και να χαμογελάσει πικρά ή να δαγκώσει τα χείλη του. Είναι μια χρησιμότητα κι αυτή, να βλέπεις, να συγκρίνεις και να διαπιστώνεις ότι η κατάσταση παραμένει η ίδια. Και θα παραμένει έτσι στον αιώνα τον άπαντα όσο δεν εντοπίζουμε την πραγματική ρίζα του προβλήματος και αναλωνόμαστε στο να κάνουμε περιστασιακά βουντού στο βρόντο για να ξορκίσουμε το κακό.

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχουν φρέσκο ακόμη στο μυαλό τους πόσα άρθρα, πόσα αναθέματα, πόσα ευχολόγια γράφτηκαν λ.χ. πριν από έναν χρόνο και κάτι όταν δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη, χωρίς λόγο και αιτία ο 19χρονος Άλκης Καμπανός. Το θέμα ντοπαρίστηκε, υπεραναλύθηκε, συζητήθηκε, προκάλεσε αναπόφευκτα μια σπασμωδική εποχιακή κινητοποίηση από την πολιτεία προς ικανοποίηση της σοκαρισμένης –και καλά- κοινής γνώμης, ενώ μια παροδική κρίση αυτοκριτικής την έπαθαν σχεδόν όλοι: από οπαδούς, παράγοντες και αθλητές, μέχρι αρμόδιους, δημοσιογράφους και απλούς πολίτες. Ωστόσο, εκτός από τους γονείς του, άντε και μερικούς συνοπαδούς του σε κάποιες εκδηλώσεις μνήμης, λίγοι θα τον θυμούνται σε μερικά χρόνια. Και ακόμη λιγότεροι θα προβληματίζονται επί της ουσίας για τα αίτια που οδήγησαν στον θάνατό του.

Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο η τοξικότητα στην ατμόσφαιρα είναι τόση που πιθανότερο είναι τα πράγματα να διολισθήσουν προς το χειρότερο παρά να διορθωθούν. Στην Ελλάδα ουσιαστικά είναι ανίκανοι εδώ και πάρα πολλά χρόνια να διοργανώσουν έναν τελικό κυπέλλου. Ακόμη και σήμερα, λιγότερο από δύο μήνες πριν τη διεξαγωγή του δεν έχουν ιδέα πού και υπό ποιες συνθήκες θα πραγματοποιηθεί. Ευτυχώς για την κυβέρνηση Μητσοτάκη ο τελικός είναι προγραμματισμένος λίγες μέρες μετά τις εκλογές και ακόμη δεν μπορούν να συμφωνήσουν αν θα γίνει στην Αθήνα, τον Βόλο ή το εξωτερικό, για να γίνει και «εξαγωγή αλητείας» όπως έλεγε τη δεκαετία του ’90 ένας παράγοντας και πολιτικός.

Ενδεχόμενος προορισμός παίζει λέει να είναι και η Κύπρος και πολύ γέλασα –για να μην κλάψω- όταν διάβασα ότι ο γενικός διευθυντής του ΓΣΠ βγήκε δημόσια σε ελλαδικό ραδιοσταθμό και διαφήμιζε τις εγκαταστάσεις, αλλά και την… οργανωτικότητα της κυπριακής αστυνομίας, σε σχέση με την ελληνική. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στο νησί έχουμε την τεχνογνωσία επειδή δεν έχουν απαγορευτεί (ακόμη) οι μετακινήσεις οπαδών στα εκτός έδρας. Αυτή η τοποθέτηση μάλιστα έγινε ΜΕΤΑ τα επεισόδια στο Στάδιο Ελευθερία, που ήταν σαν να συνέβησαν κάπου αλλού, σε μια άλλη χωροχρονική διάσταση.

Η Κύπρος, δηλαδή, έχει έλλειψη σε εγχώρια αλητεία και θα κάνει εισαγωγή για να γίνει η ζωή μας πιο ενδιαφέρουσα. Ως οπαδός (όλοι έχουμε τα κουσούρια μας) έχω να πω ότι μου αρέσει η ιδέα να δω την ομάδα μου να παίζει τελικό στο ΓΣΠ. Υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν μια γιορτή. Ως μόνιμος κάτοικος της Κύπρου, όμως, στη σκέψη ότι θα μας επισκεφθεί ο «ανθός» του ελλαδικού οπαδικού κινήματος για να ξεράσει όλη την τοξικότητα που συσσωρεύει όλα αυτά τα χρόνια, προβληματίζομαι. Εννοείται ότι δεν τσουβαλιάζω όλους τους φιλάθλους, ωστόσο υπάρχει άγραφος κανόνας για εκδρομές- επιδρομές υψηλού κινδύνου στο εξωτερικό, να ταξιδεύει μεγάλη μερίδα ούγκανων με το μαχαίρι στα δόντια, που το παίζουν και προστάτες της μάζας από τους αντίστοιχους των αντιπάλων- και τούμπαλιν. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι μπορεί να τους κάνει ζάφτι αυτούς η κυπριακή αστυνομία;

Στην Ελλάδα και την Κύπρο η τυφλή οπαδική βία είναι ένα ανίκητο τέρας όχι μόνο γιατί η πολιτεία δεν μπορεί να το νικήσει, αλλά και γιατί δεν θέλει. Δεν μιλάμε μόνο για σεσημασμένες παθογένειες, για ατολμία και για λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης. Εδώ υπάρχει μια συνθήκη που βολεύει τα ανώτατα δώματα εφόσον αυτή η αρρωστημένη κατάσταση αποπροσανατολίζει την ήδη παραζαλισμένη μάζα, την κρατά απασχολημένη και εκτονώνει ένα κρίσιμο ποσοστό της συσσωρευμένης κοινωνικής οργής.

Στην Ελλάδα Πολιτισμός και Αθλητισμός συγκατοικούν στο ίδιο Υπουργείο, αλλά ακουστά έχουν ο ένας τον άλλο. Η τοξικότητα στις σχέσεις και το ύφος ανάμεσα στις πέντε δημοφιλέστερες ομάδες δεν διαποτίζει μόνο τους παράγοντές τους (από τους οποίους μάλλον εκπορεύεται) και την οπαδική βάση, αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Ταυτόχρονα, αποτελεί καθρέφτη της σαπίλας της. Η λύση σίγουρα δεν είναι η δαιμονοποίηση των οπαδών ως πολίτες κατώτερης κατηγορίας ή ως εν δυνάμει τραμπούκων, ούτε και του ίδιου του αθλήματος ως ποταπού μέσου διασκέδασης. Αν υπάρχει όμως κάποια λύση, αυτή θα αρχίσει να αχνοφαίνεται όταν εντοπιστεί το πρόβλημα στην ουσία του και σ’ όλες του τις προεκτάσεις. Κι ύστερα κάποιος πρέπει να σπάσει το απόστημα και ν’ αφήσει το δηλητήριο να χυθεί προς τα εκεί που πραγματικά θα έπρεπε να προορίζεται.

Ελπίζω μόνο να μη χρειαστεί να συμβεί και στον αθλητικό χώρο μια τραγωδία ανάλογη ή και χειρότερη από αυτή στα Τέμπη για να συνειδητοποιήσει ο καθένας μας το μέγεθος της σήψης, τις παθογένειες, τις αιτίες αλλά και τις ευθύνες του.

Ελεύθερα, 2.4.2023